Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Νέα ζωή, νέα πνοή



Κάθε πρωί, πολύ νωρίς, ξεκινάω για έναν μακρινό περίπατο μέχρι τη θάλασσα. Προσπερνάω κήπους, μπαίνω σε περιβόλια και αγρούς, διασχίζω τον απέραντο κάμπο με τα πολύχρωμα λουλούδια και τα πουλιά που πετούν χαρούμενα.
Στο δρόμο συναντάω φίλους, άλλοτε πολλούς κι άλλοτε λιγοστούς. Πότε στέκομαι και κουβεντιάζω μαζί τους και πότε συμπορευόμαστε και μοιραζόμαστε τις χαρές της διαδρομής.
Προς το μεσημέρι - πάντα μόνος - φτάνω στη μαγευτική παραλία με τα γαλήνια, πράσινα νερά και την εξαίσια χλωρίδα ολόγυρά της. Εκεί αναπαύομαι. Ολοκληρωτικά. Στην ψυχή, στο πνεύμα και στο σώμα. Μόνος, γαλήνιος, γεμάτος. Απολαμβάνω το Απέραντο Τώρα.
Μετά το μεσημέρι παίρνω το δρόμο της επιστροφής. Καινούργια τοπία μέσα στο αλλιώτικο φως. Το φως του απομεσήμερου. Αλλιώτικο και το πέταγμα των πουλιών - ακολουθεί το σούρουπο. Οι φίλοι που τώρα συναντώ προτιμούν να μένουν σιωπηλοί. Μόνο τα σημαντικά και τ' απαραίτητα.
Πριν τελειώσει ο κάμπος σουρουπώνει. Απ' τους αγρούς κι από τα περιβόλια έρχονται ήχοι που τονίζουν το μυστήριο της μυστηριακής ώρας. Ένα κρώξιμο, ένα θρόισμα, ένας κοασμός βατράχου απ' τα νερά. Συχνά στέκομαι και μόνο που ανασαίνω. Ακούω. Μυρίζω. Γοητεύομαι. Βυθίζομαι στις στιγμές.
Βράδυ πια φτάνω στο σπίτι. Πλήρης και ευτυχής.




Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

...επειδή προσυπογράφω


Μια αναγκαία απάντηση προς τους δήμαρχους Αλίμου, Γλυφάδας και Ελληνικού από μια απλή εθελόντρια του κέντρου φιλοξενίας Ελληνικού.






Κύριοι δήμαρχοι

Είμαι κάτοικος σε δήμο των νοτίων προαστίων και εθελόντρια στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων -μεταναστών στον πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του.
Με έκπληξη διάβασα την επιστολή σας ως δημάρχων Αλίμου, Γλυφάδας και Ελληνικού  με την οποία εκφράζετε την αντίθεση σας στη λειτουργία του κέντρου φιλοξενίας στο γήπεδο χόκεϊ του Ελληνικού , αντίθεση μάλιστα που την περιβάλλετε με τον μανδύα του ενδιαφέροντος για τους πρόσφυγες, δηλώνοντας ότι οι εγκαταστάσεις δεν πληρούν καμιά απολύτως προϋπόθεση φιλοξενίας.
Θα ήθελα να εκφράσω και την δική μου άποψη για τα αναφερόμενα στην επιστολή σας.
Αναφέρετε συγκεκριμένα:
Ι.   «Δεν θα επιτρέψουμε να μετατραπεί ο χώρος του πρώην αεροδρομίου σε "αποθήκη ψυχών" αφού δεν πληροί καμία απολύτως προϋπόθεση φιλοξενίας. ..»
Προφανώς και ο χώρος δεν έχει κατασκευαστεί ως χώρος φιλοξενίας, αλλά αλήθεια δεν πληρούσε  καμιά απολύτως προϋπόθεση όπως λέτε;;;
Οι βασικές ανάγκες αυτών των ανθρώπων για το διάστημα που μένουν προσωρινά στην πατρίδα μας είναι να έχουν στέγη και να μην κοιμούνται στα παγκάκια της πλατείας Βικτωρίας, να τους παρέχονται οι βασικές υποδομές για ατομική υγιεινή (τουαλέτες, μπάνια), να σιτίζονται κανονικά και να έχουν ιατρική περίθαλψη.
Είμαι η τελευταία  που θα εξιδανικεύσω καταστάσεις, αλλά δεν θα μηδενίσω και προσπάθειες. Όπως και εσείς γνωρίζετε στον χώρο του Ελληνικού υπήρχαν
1) θάλαμοι με ράντζα, στρώματα και  κλινοσκεπάσματα
2) υπήρχαν τουαλέτες και μπάνια με ζεστό νερό
3) υπήρχαν οργανωμένοι χώροι που προμηθεύονταν τα είδη για την προσωπική τους υγιεινή, χώρος με είδη ένδυσης και υπόδησης
4) λειτουργούσε  ιατρείο και φαρμακείο για την περίθαλψη τους ,
5) λειτουργούσε  χώρος διανομής φαγητού.
Και παρεμπιπτόντως επειδή θέτετε και το θέμα της σίτισης και ποιος θα τους σιτίζει, θα έπρεπε να το γνωρίζετε. Όταν σας ακούσει κάποιος στα ΜΜΕ μένει με την εντύπωση ότι οι φιλοξενούμενοι σιτίζονταν επί τρεις μήνες από το φαγητό που προσέφεραν οι δήμοι σας. Πράγματι προσφέρατε φαγητό για περίπου μια εβδομάδα, αν θυμάμαι καλά. Μήπως πιστεύετε ότι έγινε το θαύμα της Κανά και οι φιλοξενούμενοι τους τρεις αυτούς  μήνες σιτίζονταν από το φαγητό της μιας εβδομάδας που προσφέρατε;
Επειδή στο κέντρο του Ελληνικού προσέφερα στον τομέα της σίτισης και διανομής του φαγητού καθημερινά, έχοντας έτσι άμεση γνώση, και για την αποκατάσταση της αλήθειας, επιτρέψτε μου να σας ενημερώσω. Όταν ξεκίνησε το στήσιμο του χώρου, την σίτιση και γενικά την λειτουργία του χώρου, σε συνεργασία με το αρμόδιο Υπουργείο, είχε αναλάβει η Περιφέρεια Αττικής  και η συνδρομή της ήταν καθοριστική για να μπορέσουμε να οργανωθούμε.
Ο αντιπεριφερειάρχης  ήταν καθημερινά και όλη την ημέρα στο χώρο. Στην πορεία, για μερικές μέρες,  προσφέρθηκε φαγητό από τους δήμους σας,  στη συνέχεια από τις εθελοντικές οργανώσεις των Σαμαρειτών , του Ερυθρού Σταυρού κλπ και εδώ και πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ανέλαβε πλήρως  την σίτιση το κράτος. Συγκεκριμένα καθημερινά έρχονταν συσκευασμένες μερίδες από τον στρατό, την πολεμική αεροπορία ή το ναυτικό. Παρεχόταν στους φιλοξενούμενους πρωινό μεσημεριανό και δείπνο.
Όλο τον συντονισμό έχει το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Ο ίδιος ο υπουργός κ. Μουζάλας αθόρυβα έχει επισκεφτεί επανειλημμένα το κέντρο. Οι υπάλληλοι του υπουργείου δεν εργάζονταν εκεί μόνο κατά το ωράριο του δημοσίου υπαλλήλου,  αλλά βρίσκονταν εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τέλος σημαντική και καθοριστική είναι η προσφορά των εθελοντών, είτε ανήκουν σε εθελοντικές δομές είτε συμμετέχουν μεμονωμένα, όπως εγώ και πάρα πολλοί άλλοι.
ΙΙ.    Σε άλλο σημείο της επιστολής σας τονίζετε: «...μαθαίνουμε ότι υπάρχει σχέδιο εγκατάστασης χιλιάδων προσφύγων στο πρώην αεροδρόμιο σε ερειπωμένα κτίρια ...» Σας ερωτώ, είναι  το γήπεδο του χόκεϊ , που κατασκευάστηκε το 2004, στο όποιο λειτουργεί το κέντρο φιλοξενίας, ερειπωμένο κτίριο; Προφανώς και όχι και το γνωρίζετε.
ΙΙΙ.   Στην συνέχεια αναφέρετε επί λέξει: «Δεν θα επιτρέψουμε το πρώην αεροδρόμιο να μετατραπεί σε χώρο διαμονής οικονομικών μεταναστών – και όχι Σύρων προσφύγων – ...». Δηλαδή μόνο τους Σύρους αναγνωρίζετε ως πρόσφυγες;
Κύριοι δήμαρχοι κατανοείτε, ότι με αυτά που γράφετε ξεπεράσατε  και τις απόψεις της FYROM; Τα Σκόπια ορθώνουν φράχτες για όλους τους υπόλοιπους πλην Σύρων, Αφγανών και Ιρακινών. Από  τα παραπάνω λεγόμενά σας προκύπτει, ότι εσείς  ανέχεστε μόνο στους Σύρους πρόσφυγες !!!!! Από αυτή σας την τοποθέτηση προκύπτει ότι έχετε άγνοια και για τον χώρο και για την κατάσταση .
Για να σας ενημερώσω, στο μεγαλύτερο διάστημα λειτουργίας του, το κέντρο του Ελληνικού φιλοξένησε στην συντριπτική τους πλειοψηφία Αφγανούς και Ιρακινούς και ελάχιστους  Σύρους. Μήπως υπονοείτε  ότι σύμφωνα με τις δικές σας προδιαγραφές «φιλοξενία μόνο για Σύρους» δεν θα έπρεπε να είχαμε φιλοξενήσει τους Αφγανούς ;
ΙV. Θέτετε, επίσης, με την επιστολή σας ζήτημα ασφάλειας της ευρύτερης περιοχής. Αν κάποιος δεν γνωρίζει τον χώρο, ειλικρινά, ακούγοντάς σας ,νομίζει ότι οι άνθρωποι φιλοξενούνται σε κάποια  πλατεία σας. Ο χώρος φιλοξενίας βρίσκεται στον χώρο του πρώην αεροδρομίου, που έχει έκταση περίπου 6000 στρέμματα και είναι  περιφραγμένος. Καλείτε μάλιστα τις τοπικές κοινωνίες σε επαγρύπνηση.
Επιτρέψετέ μου και μένα, την απλή εθελόντρια, που δεν έχω τα δικά σας αξιώματα, να καλέσω τους  συμπολίτες μου να συνεχίσουν να δείχνουν την ίδια ανθρωπιά και αλληλεγγύη, που έδειξαν μέχρι σήμερα. Όλο το διάστημα της εθελοντικής μου προσφοράς έχω συγκλονιστεί με την αλληλεγγύη που έδειξαν οι συμπολίτες  μας. Άνθρωποι που από το υστέρημα τους προσέφεραν σε συγκινητικό βαθμό, άνθρωποι κουρασμένοι από τη δουλειά τους, που δεν πήγαιναν για ξεκούραση στο σπίτι, αλλά έρχονταν να βοηθήσουν εθελοντικά.
Τέλος, σας στέλνω μια ζωγραφιά που μου χάρισε με αφιέρωση η δωδεκάχρονη Ναργκίς από το Αφγανιστάν, που φιλοξενήθηκε στο Κέντρο Ελληνικού και απεικονίζει την πλαστική βάρκα, με την οποία έφτασε στην Ελλάδα. Διαβάστε σας παρακαλώ τα επιφωνήματα-κραυγές όπως τα γράφει το δωδεκάχρονο κορίτσι, μεταξύ αυτών το συγκλονιστικό "good bye life".

Κύριοι δήμαρχοι

Η αλληλεγγύη δεν εκδηλώνεται επιλεκτικά. Δηλαδή, να είμαστε αλληλέγγυοι όταν οι πρόσφυγες φιλοξενούνται στη δυτική Αθήνα, αλλά όταν έρχονται στα Νότια Προάστια να αντιδρούμε με κάθε τρόπο.
Προσωπικά, μαζί με πολλούς άλλους,  θα συνεχίσω να προσφέρω με ανθρωπιά και αλληλεγγύη, γιατί θέλω η επόμενη ζωγραφιά της Ναργκίς, του μικρού κοριτσιού από το Αφγανιστάν, να μην έχει  το επιφώνημα  "good bye  life" αλλά το "GOOD MORNING LIFE"

ΝΙΚΗ ΠΑΠΠΑ
Εθελόντρια στο Κέντρο φιλοξενίας Ελληνικού


Μας ενδιαφέρει;

Και βέβαια... Είμαστε η Δύση.




Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Το σμίξιμο των εποχών



Πώς σμίγουν η μια με την άλλη οι εποχές!... Αλλάζει ο Χρόνος το βήμα του και μπορείς να δεις πού ειν’ η παλιά πατημασιά του και πού η καινούργια.





Ένα σπίτι στον Άλιμο


Υπάρχει ένα σπίτι στον Άλιμο, το γνωστό προάστιο της Αθήνας στα Νότια του Λεκανοπεδίου της Αττικής, ένα από τα πολλά της οδού Λορέντζου Μαβίλη. Έχει δυο οροφοδιαμερίσματα, έχει ένα μικρό κήπο μπροστά, με λεμονιές και καλλωπιστικά φυτά και έναν μεγαλύτερο κήπο πίσω, με ένα μεγάλο πεύκο, μια μεγάλη συκιά, πολλή σκιά για το καλοκαίρι, ξύλινα παγκάκια για ξεκούραση κάτω απ' τις φυλλωσιές και πολλές γωνιές με ερασιτεχνικές κατασκευές διακοσμητικού και χρηστικού χαρακτήρα.
Όταν ξεκίνησε για μένα η ζωή που τώρα διάγω, πριν από περίπου εικοσιεννέα χρόνια, με τον γάμο που με ένωσε με τη σημερινή συντρόφισσά μου, την Έλση, και την εγκατάστασή μου στο σπίτι που προόριζαν γι' αυτήν οι γονείς της, δυο από τα πρόσωπα που γνώρισα αμέσως ήταν η θεία Μαίρη, αδελφή της μητέρας της γυναίκας μου, και ο θείος Δημήτρης, ο σύζυγος της θείας Μαίρης. Αυτοί ήταν οι ένοικοι του πάνω ορόφου του σπιτιού της οδού Λορέντζου Μαβίλη.
Ένα άλλο πρόσωπο που γνώρισα επίσης πολύ γρήγορα ήταν η γιαγιά Στέλλα, η μητέρα της πεθεράς μου και της θείας Μαίρης. Σ' αυτήν ανήκε το κάτω διαμέρισμα στο σπίτι του Αλίμου. Εκεί κατοικούσε από παλιά με τον παππού Αντώνη, τον άντρα της, τον οποίον εγώ δεν γνώρισα, επειδή είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν γνωρίσω την εγγονή του.
Τα δυο παιδιά των ενοίκων του πάνω διαμερίσματος, Ηλία και Αντώνη, τα πρωτοσυνάντησα πολύ αργότερα, επειδή ζούσαν - και ζουν - μόνιμα στη Βιέννη.
Από τον πρώτο καιρό το σπίτι του Αλίμου έγινε για μένα ένας ιδιαίτερα ευχάριστος προορισμός. Η θεία Μαίρη ήταν ένα πρόσωπο που ξεχώριζε για την καλλιέργεια, τη φυσική ευγένεια και την καλοσύνη του. Πάντα στις επισκέψεις που ανταλλάσσαμε και στις απρογραμμάτιστες συναντήσεις των οικογενειών, πότε στην κατοικία της μιας και πότε της άλλης, υπήρχε η προοπτική για μια ευχάριστη ανθρώπινη επαφή και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, ακόμη και για τα κοινότυπα και αναμενόμενα ζητήματα της ζωής και της καθημερινότητας.
Ο θείος Δημήτρης ήταν κι αυτός ένα αρκετά ενδιαφέρον πρόσωπο, κυρίως χάρις στην καλή γνώση και άπταιστη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Κοντά του χαιρόμουν να ακούω ελληνικό προφορικό λόγο. Η θεματολογία των συζητήσεών μας σχετιζόταν σχεδόν πάντα με την πολιτική επικαιρότητα, τα σημαντικά ή ασήμαντα κοινωνικά ζητήματα, τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας – πάντα σε αντιδιαστολή προς τον άψογο δημόσιο βίο της Αυστρίας – και ό,τι άλλο έφερνε η περίσταση.
Πολιτικά και ιδιοσυγκρασιακά βρισκόμασταν σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, όμως πάντα στις επαφές μας πρυτάνευαν η μετριοπάθεια, ο αλληλοσεβασμός, η καλή πίστη και η ειλικρινής ευγένεια. Έτσι, είχαμε κάθε φορά τη δυνατότητα να συνομιλούμε άνετα και φιλικά, στη βάση της καλόπιστης ανταλλαγής απόψεων.
Παρόμοια πράγματα μπορώ να πω για τη θεία Μαίρη. Εκείνη δεν είχε τόση εμμονή περί τα πολιτικά, χωρίς να είναι και άσχετη ή αδιάφορη. Ισχύουν και για τη δική της περίπτωση όσα περιγράφω παραπάνω για διαφορές πολιτικών τοποθετήσεων και συγκατάβαση στο πλαίσιο της διεξαγωγής των συζητήσεων. Ωστόσο εκείνη μιλούσε περισσότερο για θέματα πολιτισμού και κουλτούρας, για τις προσωπικές και κοινωνικές δραστηριότητές της, για τα παιδιά της και την εγγονή της, τη Μαρί, στη Βιέννη και για την οικογένεια της κας Χατζή, πρώην συναδέλφου και παντοτινής στενής φίλης του ζευγαριού επί μακρά σειρά ετών.
Πάντα ήμουν θετικός όταν η Έλση μου έλεγε "πάμε μέχρι τη θεία μου;" ή, επιστρέφοντας από κάπου προς το σπίτι και τύχαινε η διαδρομή να βολεύει για μια σύντομη επίσκεψη, μου έλεγε "περνάμε από τη θεία;". Την είχε πιο πάνω κι απ' η μητέρα της, για να λέμε την αλήθεια. Τις εφηβικές και νεανικές ανησυχίες της με τη θεία Μαίρη τις μοιραζόταν. Από εκείνη έπαιρνε πάντα την αίσθηση, ότι οι εκμυστηρεύσεις και τα ερωτηματικά της θα έβρισκαν αναμφίβολα ευήκοον ους και ότι οι πληροφορίες που χρειαζόταν να αποκτήσει θα ήταν πάντα διαθέσιμες και αξιόπιστες. Γι' αυτό οι δεσμοί μεταξύ θείας και ανιψιάς παρέμεναν θερμοί και ισχυροί, ακόμη και μετά την ριζική αλλαγή στις συνθήκες ζωής της δεύτερης.
Στα παλιότερα χρόνια, όταν ακόμη λειτουργούσε το αεροδρόμιο του Ελληνικού, σταματούσαμε σ' ένα ορισμένο σημείο, σε μια κάθετη της Λορέντζου Μαβίλη, με θαυμάσια θέα προς τους αεροδιαδρόμους, και παρακολουθούσαμε για λίγα λεπτά τις προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροπλάνων. Ήταν τότε και ο μεγάλος μας γιος πολύ μικρός ακόμα και αυτή η στάση για "κατασκόπευση" του αεροδρομίου είχε καθιερωθεί και για ικανοποίηση της δικής του επιθυμίας.
Στο σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη, και συγκεκριμένα στο επάνω διαμέρισμα, υπάρχει ένα μεγάλο, μακρόστενο δωμάτιο, που είναι η σαλοτραπεζαρία του διαμερίσματος. Επιπλωμένο με την αισθητική μιας μεσοαστικής, εύπορης οικογένειας της δεκαετίας του '60 και με μια μεγάλη βιβλιοθήκη στο βάθος του δωματίου, στη μια από τις δυο μικρότερες πλευρές, απέναντι από την κυρία είσοδο. Στην βιβλιοθήκη αυτή δέσποζε – και εξακολουθεί να παραμένει ξεχασμένη εκεί, σε ένα από τα ψηλότερα ράφια – η πλήρης σειρά του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του "Ηλίου". Πραγματικός θησαυρός για ένα σπίτι της παλιάς εποχής. Ο συγκεκριμένος, που πάντα τραβούσε το βλέμμα μου προκαλώντας μου δέος, προφανώς αποτελούσε απόκτημα του πατέρα του θείου Δημήτρη, που ήταν δικηγόρος.
Στο δωμάτιο αυτό έχουν λάβει χώρα αξέχαστες οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, κυρίως με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής του οικοδεσπότη. Η ονομαστική εορτή της οικοδέσποινας συνέπιπτε πάντα με τις καλοκαιρινές διακοπές και αποτελούσε αφορμή για ευχάριστες βραδιές με οικογενειακούς φίλους από τη γειτονιά της εξοχικής κατοικίας, στην Ακράτα. Συνήθως ήταν παρόν και κάποιο από τα δυο παιδιά με την οικογένειά του, συνδυάζοντας τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα με τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου και τη φυσική παρουσία όλων τους στο πλευρό της εορτάζουσας μαμάς Μαίρης.
Η σαλοτραπεζαρία του σπιτιού της Λορέντζου Μαβίλη έχει ακούσει γέλια, αφηγήσεις, συζητήσεις πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, περιγραφές συνταγών μαγειρικής και επαινετικά σχόλια για τα εξαίσια φαγητά της θείας. Έχει ακούσει τσουγκρίσματα ποτηριών, το κελάρυσμα του κρασιού που χύνεται στα ποτήρια, ευχές, χαιρετούρες και χαρούμενα καληνυχτίσματα. Τα ίδια και τα ίδια για πάνω από δυο δεκαετίες, όσον αφορά την δική μου επαφή με τον χώρο και τη σχέση μου με τους ενοίκους  του. Τουλάχιστον μια φορά κάθε χρονιά, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, αλλά συχνά δίνονταν και άλλες αφορμές για παρόμοια κοινωνικά γεγονότα.
Στις ανεπίσημες επισκέψεις, που πραγματοποιούσαμε η Έλση κι εγώ "για να δούμε τη θεία Μαίρη", καθόμασταν όλοι μαζί στην κουζίνα, αν ήταν χειμώνας, και στη μπροστινή βεράντα, με θέα προς τον Σαρωνικό, αν ήταν καλοκαίρι. Στην κουζίνα πάντα μύριζε το φαγητό της ημέρας και ήταν διάχυτη μια θετική αύρα φιλοξενίας και φιλαλληλίας και πάντα υπήρχαν βουτηματάκια για τον καφέ ή σοκολατάκια από τη Βιέννη. Στη βεράντα απολαμβάναμε το αεράκι του Σαρωνικού μαζί με παγωτά ή πορτοκαλάδες.
Πέρασαν έτσι αυτά τα, περισσότερα από είκοσι, χρόνια. Ο μικρός μας γιός, που κάποτε χάζευε τ' αεροπλάνα, και φώναζε το ηλικιωμένο ζευγάρι "Χία Μέη! Χίο Τζιτζίτη!" μεγάλωσε και αποστασιοποιήθηκε. Το ηλικιωμένο ζευγάρι ογδοντάρισε, ενώ στο μεταξύ καινούργια εγγόνια είχαν μπει στην παρέα – ένα στην Ελλάδα και δύο στην Αυστρία – για να τροφοδοτούν με ένιες και ενδιαφέροντα τους μεγάλους και να γίνονται τα συνήθη θέματα των συζητήσεων. Ώσπου κι αυτά μεγάλωσαν και ανάλογα άλλαξε και η φύση του ενδιαφέροντος γι' αυτά.
Κάποτε η θεία Μαίρη παραπονέθηκε για έντονες ενοχλήσεις και πόνο στο δεξιό πίσω μέρος της γλώσσας. Σύντομα διαγνώστηκε καρκίνος. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Συννέφιασε. Εναλλάσσονταν και αλληλοσυγκρούονταν η ελπίδα για επιστροφή στην προηγούμενη καλοκαιρία και η ανησυχία για μια πιθανή επερχόμενη καταιγίδα. Οι αλλεπάλληλες ιατρικές παρεμβάσεις και γνωμοδοτήσεις ενθάρρυναν πότε την ελπίδα και πότε την ανησυχία. Η χειρουργική επέμβαση έδωσε προβάδισμα στην πρώτη, αλλά όχι για πολύ. Ύστερα από μια περίοδο καθημερινών σχεδόν επισκέψεων για τοποθέτηση αυτοκόλλητων παυσίπονων επιθεμάτων στην πλάτη της ασθενούς, πληροφορηθήκαμε ένα βράδυ τον θάνατό της.
Τα παιδιά της ήρθαν από την Αυστρία για την κηδεία και, μετά τις απαραίτητες διαδικασίες, έφυγαν πάλι. Το σπίτι περιήλθε σε κατάσταση υπερβολικής ησυχίας. Μόνος ένοικος πλέον ο κακότυχος θείος Δημήτρης, που ευτυχώς συνέχισε να δέχεται συχνά τις φροντίδες της Όλγας, της αγαπημένης οικιακής βοηθού της θείας Μαίρης.
Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Για τον θείο Δημήτρη αυτά τα χρόνια πέρασαν δύσκολα, λόγω της απουσίας της συντρόφου του. Το ευτύχημα ήταν, ότι, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, περπατούσε αρκετά σχεδόν κάθε πρωί και πήγαινε για καφέ με έναν, εναπομείναντα, καλό φίλο. Τελευταία αδυνάτιζε όμως περίεργα και άρχισε να παραπονιέται για διάφορες αδιαθεσίες.
Τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθε ο μικρός γιός από την Αυστρία για να διεκπεραιώσει διάφορες οικογενειακές υποθέσεις και να φροντίσει για την εκταφή της μητέρας του. Μέσα σ' όλα αυτά κανόνισε να κάνει ο πατέρας του διάφορες εξετάσεις, για να βρεθεί η αιτία αυτών των ήπιων προβλημάτων της υγείας του. Τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά. Δημιουργήθηκαν υπόνοιες για κακοήθεια στο έντερο. Αποφασίστηκε να ταξιδέψει κι αυτός στην Αυστρία, προκειμένου να συνεχιστεί εκεί η διερεύνηση του προβλήματος και να ακολουθήσει η θεραπευτική αγωγή σε νοσοκομείο της Βιέννης, μια που τα παιδιά δεν είχαν τη δυνατότητα να βρίσκονται εδώ και να μεριμνούν για τις καθημερινές εξελίξεις.
Με ένα τηλεφώνημά τους από 'κει μας παρακάλεσαν να περάσουμε από το σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη για να ποτίσουμε τα φυτά και να βρούμε στις ντουλάπες μερικά χειμωνιάτικα ρούχα του θείου, για να τα στείλουμε στη Βιέννη. Πράγματι, πήγαμε εκεί ένα απόγευμα στα μέσα του Σεπτέμβρη. Είχαμε ήδη στην κατοχή μας τα κλειδιά "για κάθε ενδεχόμενο".
Μια πρωτόγνωρη, δυσάρεστη αίσθηση με κατέλαβε καθώς φτάσαμε και ανοίξαμε την αυλόπορτα. Το σπίτι δεν ήταν απλά θεόκλειστο, ήταν νοσηρά έρημο. Διαποτισμένο από την ατμόσφαιρα της εγκατάλειψης. Σαν μια πιθανή και όχι πολύ μακρινή προοπτική ήρθαν στη σκέψη μου κάτι σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες, που δείχνουν ανθρώπινες κατασκευές πνιγμένες από την βλάστηση της ζούγκλας ή ακατοίκητες, ξεχασμένες αγροικίες μέσα σε αγριεμένους, απεριποίητους κήπους.
Ποτίσαμε τα φυτά της μπροστινής και της πίσω αυλής και ύστερα ανεβήκαμε στην ταράτσα, όπου υπάρχουν διάσπαρτες μερικές μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες και μια ξύλινη πέργκολα με λίγα λουλούδια, που έχουν απομείνει ύστερα από τη διακοπή της φροντίδας της οικοδέσποινας. Στη συνέχεια κατεβήκαμε και μπήκαμε στο σπίτι. Το περιβάλλον έδινε την εντύπωση της βιαστικής, ανοργάνωτης αναχώρησης. Προφανώς το πρόβλημα της υγείας του θείου Δημήτρη, με τις έκτακτες επισκέψεις σε γιατρούς και νοσοκομεία τις τελευταίες ημέρες, επέβαλε την υπέρβαση της σχετικής δεοντολογίας.
Η Έλση άνοιξε συρτάρια και ντουλάπες και συγκέντρωσε ένα αρκετά ογκώδες σύνολο από είδη χειμερινού ρουχισμού, που έδειχναν να καλύπτουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις ανάγκες που διαμορφώνει ο χειμώνας της Αυστρίας. Μια ευρύχωρη ταξιδιωτική τσάντα, που βρέθηκε σε μια από τις ντουλάπες, χώρεσε με λίγη προσπάθεια ό,τι είχε συγκεντρωθεί επάνω στο διπλό κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας.
Φυσικά ποτέ στο παρελθόν δεν είχα φανταστεί, ότι κάποτε θα έμπαινα στα άδυτα αυτού του σπιτιού. Τώρα παρατηρούσα με άνεση, αλλά και με σεβασμό και συμπάθεια, τα προσωπικά αντικείμενα των ανθρώπων που έμεναν εκεί, ακόμη και την τουαλέτα της θείας Μαίρης με τα είδη της ατομικής της περιποίησης – καλλυντικά, χτένες και άλλα μικροαντικείμενα – και διάφορα μπιμπελό και κορνίζες με φωτογραφίες. Ήταν ένα βίωμα συγκινητικό.
Φεύγοντας περάσαμε από το διαμέρισμα του ισογείου για να αδειάσουμε το ψυγείο και να διακόψουμε τις παροχές νερού και ηλεκτρικού από τους γενικούς διακόπτες. Ο χώρος αυτός, στον οποίο έμπαινα για πρώτη φορά, έμοιαζε με κονσέρβα περασμένων καιρών. Ήταν ο χώρος που είχε στεγάσει το νοικοκυριό της γιαγιάς Στέλλας και του παππού Αντώνη, σε μια εποχή που από τον μπροστινό κήπο μπορούσες να αγναντεύεις τον Σαρωνικό, τα νησιά του και τα καράβια που τον διέσχιζαν.
Τελειώνοντας κι αυτή τη δουλειά σχολιάσαμε για λίγο τα παλιά, ξυλόγλυπτα έπιπλα και τις φωτογραφίες συγγενικών προσώπων, που κρέμονταν στους τοίχους, και βγήκαμε στον κήπο για να φύγουμε. Έριξα μια τελευταία ματιά ολόγυρα, στα καλοφτιαγμένα παρτέρια με τα ξερόχορτα και τα πεσμένα φύλλα και στο μπαλκόνι του πάνω διαμερίσματος με το μικρό μεταλλικό τραπέζι, όπου τρώγαμε παγωτά και πίναμε πορτοκαλάδες. Τα απεριποίητα παρτέρια του κήπου και το μισοριγμένο στο δάπεδο τραπεζομάντιλο του μεταλλικού τραπεζιού στο μπαλκόνι αποτελούσαν την απαρχή της επερχόμενης φθοράς αυτού του σπιτιού. Κανείς δεν ξέρει, ούτε καν οι κληρονόμοι του στην Αυστρία, ποια θα είναι η τύχη του από 'δω και πέρα.
Στις επόμενες μέρες πήραμε νέα από τα ξαδέρφια στη Βιέννη σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του θείου Δημήτρη. Μπήκε σε δημόσιο νοσοκομείο εκεί και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης τμήματος του εντέρου. Ακολούθησε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων ημερών κατά το οποίο παρέμεινε σε μια κατάσταση έντονης διανοητικής σύγχυσης, προφανώς σαν συνέπεια της νάρκωσης. Ύστερα άρχισε να συνέρχεται σιγά-σιγά, αλλά όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Παράλληλα παρέμενε υπαρκτό και σημαντικό το πρόβλημα του καρκίνου του παγκρέατος, που είχε εν τω μεταξύ διαγνωστεί στο νοσοκομείο της Βιέννης.

Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2015, πληροφορηθήκαμε τηλεφωνικά τον θάνατο του θείου Δημήτρη, λίγες μέρες μετά την φετινή ονομαστική εορτή του, την οποία ο ίδιος μάλλον δεν αντελήφθη. Πέθανε από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, την οποία ο εξασθενημένος οργανισμός του δεν άντεξε.


Συνοικιακόν αρτοποιείον "Το Ευωδιαστόν Μπέικερυ"

...και κόφι έχουμε...


Πολύ εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ότι ένας σύγχρονος συνοικιακός φούρνος δεν νοείται πλέον να παράγει μόνο τους συνηθισμένους από δεκαετίες τύπους ψωμιού και τα παραδοσιακά συναφή προϊόντα, όπως κουλουράκια και βουτήματα. Είναι επιβεβλημένο να διαθέτει μια πρόσθετη σειρά απίθανων αρτοσκευασμάτων, αλλά να παράγει και μια ποικιλία ελκυστικών στο μάτι γλυκισμάτων - ανεξαρτήτως ποιότητας και διατροφικής σημασίας - και να σερβίρει όλους τους τύπους καφέ, που η σημερινή, ενημερωμένη ελληνική κοινωνία συνηθίζει να καταναλώνει.
Είναι επίσης σχεδόν επιβεβλημένο να προβλέπεται στον εξωτερικό κυρίως χώρο του φούρνου μια αρκετά ευρύχωρη περιοχή με τραπεζοκαθίσματα, ώστε το μαγαζί να μην αποτελεί προορισμό και πόλο ενδιαφέροντος μόνο για όσους αναζητούν τον άρτον τον επιούσιον, αλλά και για όσους επιθυμούν να επιδοθούν σε μια σύντομη, ευκαιριακή ανάπαυλα, μέσα στο τρέξιμο της μέρας, απολαμβάνοντας "σαν άνθρωποι" το ρόφημά τους, το αναψυκτικό τους ή το έδεσμα της αρεσκίας τους.
Ως εδώ, όλα αυτά τα νεωτεριστικά και διακοσμητικά του βίου ευρήματα είναι αποδεκτά και για πολλούς ακόμη και ευεργετικά. Είναι επίσης κατανοητά από την άποψη των απαιτήσεων της πραγματικής οικονομίας και της ανάγκης για λειτουργική επάρκεια και εμπορική επιτυχία, που βαραίνει μια μικρομεσαία επιχείρηση, και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Εκείνο που πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητό, είναι η αντικατάσταση του καταξιωμένου ελληνικού όρου "Αρτοποιείον" με τον άχαρο αγγλικό όρο "Bakery" και του εμπνευστικού, παραδοσιακού όρου "Καφές" με τον χιλιοφορεμένο διεθνιστικό όρο "Coffee" - επίσης αγγλικό κατά βάση.
Φυσικά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την χρησιμότητα - και την αναγκαιότητα ακόμη - της χρήσης αυτών των όρων σε κάποιες πολυσύχναστες γειτονιές των Κυκλάδων, της Χαλκιδικής και τόσων άλλων τουριστικών περιοχών της χώρας μας. Όμως πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο, όταν συναντάται στις πιο λαϊκές και εντελώς ασύχναστες από ξένους τουρίστες συνοικίες της Αθήνας και των πέριξ αυτής προαστίων;

Σε ποιούς απευθύνεται άραγε ο ημιβαρύγδουπος και τόσο ανοίκιος όρος "Bakery", όταν συνοδεύει επιβλητικός το όνομα ενός ημιασήμαντου συνοικιακού φούρνου στη Δάφνη, στο Παγκράτι, στην Κυψέλη, στο Μπραχάμι, στο Περιστέρι; Πάντως όχι σε κάποιους που αδυνατούν να διαβάσουν και να καταλάβουν την εξωθούμενη στη λησμοσύνη λέξη "Αρτοποιείον".