Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον»



Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές 
την τύχη σου που ενδίδει πια,
τα έργα σου που απέτυχαν,
τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες,
μην ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς,
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο,
πως απατήθηκεν η ακοή σου.
Μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν,
αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

[1911]


Ο Μάρκος Αντώνιος συμμετείχε το 43 π.Χ. στο σχηματισμό της Δεύτερης Τριανδρίας, μαζί με τον Οκταβιανό και το Λέπιδο, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Ένα χρόνο μετά, αφού είχαν νικήσει τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα, μοιράστηκαν τα εδάφη που κατείχε η Ρώμη, δίνοντας στον Αντώνιο τις κτήσεις στην Ανατολή.
Ο Μάρκος Αντώνιος στην Κιλικία (περιοχή της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κύπρο) συνάντησε την Κλεοπάτρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, αντί να την τιμωρήσει για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στους δολοφόνους του Καίσαρα, την έκανε ερωμένη του. Ο Αντώνιος σύντομα ερωτεύτηκε με πάθος την Κλεοπάτρα και άρχισε να αμελεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Ρωμαϊκό κράτος και κυρίως απέναντι στη σύζυγό του την Οκταβία, η οποία ήταν αδερφή του Οκταβιανού.
Ενώ ο Οκταβιανός κατόρθωσε να εξουδετερώσει τον Λέπιδο και να συγκεντρώσει την εξουσία της Ρώμης, ο Αντώνιος σχεδίαζε να δημιουργήσει μια χωριστή αυτοκρατορία την οποία θα διοικούσε μαζί με την Κλεοπάτρα. Ο Οκταβιανός όμως αγανακτισμένος με τη στάση του Αντώνιου απέναντι στην αδερφή του και αναγνωρίζοντας τις επεκτατικές βλέψεις του εις βάρος του Ρωμαϊκού κράτους, έστρεψε τη Σύγκλητο εναντίον του, τον καθαίρεσε και κήρυξε πόλεμο κατά της Αιγύπτου. Ο πόλεμος αυτός, που ουσιαστικά ήταν ένας εμφύλιος ανάμεσα στον Οκταβιανό και τον Αντώνιο, κρίθηκε με τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ. όπου οι δυνάμεις της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου κατατροπώθηκαν.
Λίγους μήνες μετά ο Οκταβιανός κινήθηκε κατά της Αλεξάνδρειας (30 π.Χ.), και θέλοντας να χτυπήσει την πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα, συγκέντρωσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις γύρω από την πόλη. Το τέλος του Αντώνιου ήταν πια δεδομένο.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, την παραμονή της μεγάλης επίθεσης του Οκταβιανού, ξαφνικά τη νύχτα ακούστηκαν ήχοι μελωδικών οργάνων και μεγάλη φασαρία από κόσμο που χόρευε με βακχικούς αλαλαγμούς. Ήταν σα να κινούνταν ένας θορυβώδης θίασος προς την έξοδο της πόλης και ο θόρυβος σταμάτησε μόλις πέρασε τις πύλες, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αίσθηση στους κατοίκους που θεώρησαν ότι ήταν ένα σημάδι ότι ο προστάτης θεός του Αντώνιου, ο Διόνυσος, τον εγκατέλειπε.

Το «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφέρεται στη μεγάλη αξία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια. Ο Καβάφης παρουσιάζει τον Αντώνιο τη στιγμή που ακούει τον αόρατο θίασο να απομακρύνεται από την πόλη και συνειδητοποιεί ότι ο προστάτης θεός του τον εγκαταλείπει. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι η ήττα του είναι δεδομένη και ότι όλα όσα απέκτησε στη ζωή του και όλα όσα σχεδίαζε για το μέλλον του, φτάνουν στο τέλος τους, έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αντώνιος θα πρέπει να σεβαστεί τον εαυτό του και να μη φανεί λιπόψυχος. Αν ο Αντώνιος αρχίσει να παρακαλάει για τη ζωή του και αρχίσει να κλαίει, όπως θα έκανε ένας δειλός άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι πέρα από τις κτήσεις του και τα αξιώματά του, θα έχανε και κάτι πολύ πιο σημαντικό, θα έχανε την αξιοπρέπειά του.
Ο Αντώνιος υπήρξε ένας γενναίος στρατιωτικός και είχε κατορθώσει να κατακτήσει πολλά εδάφη, γεγονός που υποδεικνύει ότι θα πρέπει με παρόμοια γενναίο τρόπο να αντιμετωπίσει τώρα και την απώλεια όλων των αποκτημάτων του.
Το ποίημα του Καβάφη, βέβαια, παρόλο που αναφέρεται στον Αντώνιο, στην πραγματικότητα έχει μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή και απευθύνεται ουσιαστικά σε κάθε άνθρωπο. Ο Αντώνιος, δηλαδή, συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχοντας αγωνιστεί στη ζωή του για να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του, έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών. Τότε είναι που, σύμφωνα με τον ποιητή, θα πρέπει να δείξει όλη του την ψυχική δύναμη, αντιμετωπίζοντας την απώλεια με αξιοπρέπεια και χωρίς κλάματα και παρακάλια. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, αγωνίζεται για όσα επιθυμεί, αλλά είναι πάντοτε έτοιμος να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να χάσει όσα έχει αποκτήσει.
Ο ποιητής καθοδηγεί τον Αντώνιο για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις κρίσιμες στιγμές του τέλους. Μόλις ακουστεί ο αόρατος θίασος να περνά, μόλις δηλαδή γίνει αντιληπτό ότι πλησιάζει το τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θρηνήσει για όσα χάνει, μιας και κάτι τέτοιο είναι μάταιο. Όσο κι αν ένας άνθρωπος θρηνεί μπροστά στο αναπόφευκτο του χαμού και της απώλειας, τίποτε δεν αλλάζει, γι’ αυτό το λόγο ο ποιητής μας προτρέπει να αποφύγουμε ένα ανώφελο συναισθηματικό ξέσπασμα.
Σαν να είσαι έτοιμος από καιρό, σαν να είσαι θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει, προτρέπει ο ποιητής, δίνοντας το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος να δει να καταστρέφονται όλα εκείνα για τα οποία πάλεψε μια ζωή και κανείς δεν έχει το κουράγιο να μείνει ψύχραιμος μπροστά σε μια τόσο απόλυτη απώλεια. Γι’ αυτό μας λέει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συμφορά σαν να είμαστε έτοιμοι, σαν να έχουμε το κουράγιο που χρειάζεται. Έστω κι αν μέσα μας νιώθουμε την ένταση του πόνου, θα πρέπει να μην λυγίσουμε μπροστά στην καταστροφή, θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Με απόλυτη συναισθηματική συγκράτηση θα πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την καταστροφή και το κυριότερο δε θα πρέπει την ώρα που βλέπει το τέλος να πλησιάζει να αρνείται την πραγματικότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο: Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν / ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙ Όπως ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει το τέλος ακούγοντας τη συντροφιά του Θεού να εγκαταλείπει την πόλη, έτσι και για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν πάντοτε ενδείξεις ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Αυτές τις ενδείξεις δε θα πρέπει οι άνθρωποι να τις αγνοούν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλα είναι εντάξει και πως τίποτε κακό δε θα συμβεί. Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τα σημάδια που τους προειδοποιούν ότι πλησιάζει η στιγμή της απώλειας.
…σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, / πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο: Ο Αντώνιος, αλλά και κάθε άνθρωπος, που έχει πετύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του, θα πρέπει όταν έρθει το τέλος να σεβαστεί την προσωπική του αξία και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένας στρατιωτικός που είχε την τιμή να κατέχει μια τόσο σημαντική πολιτεία όπως είναι η Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί παρά κι ο ίδιος να είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος και ως σημαντικός άνθρωπος θα πρέπει να δεχτεί το χάσιμο της αγαπημένης πολιτείας. Για έναν στρατιωτικό όπως ήταν ο Αντώνιος θα ήταν ξεπεσμός να κλαίει και να θρηνεί σκεπτόμενος ότι έρχεται η στιγμή της ήττας του.
Στην πραγματικότητα ο Αντώνιος όταν κατάλαβε ότι το όνειρο της Ανατολής φτάνει στο τέλος του, αντί να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη, φρόντισε να γλεντήσει όσο περισσότερο μπορούσε μαζί με την Κλεοπάτρα και στο τέλος αυτοκτόνησε.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι όπως ο Αντώνιος στο ποίημα συμβολίζει όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια, έτσι και η Αλεξάνδρεια λειτουργεί ως σύμβολο όλων εκείνων των πολύτιμων αποκτημάτων για τα οποία κάποιος έχει παλέψει μια ολόκληρη ζωή. Ο Αντώνιος δε χάνει μόνο την Αλεξάνδρεια, χάνει την Κλεοπάτρα, τα παιδιά που είχαν αποκτήσει μαζί, τις υπόλοιπες κτήσεις του στην Ανατολή και φυσικά την πολυτελή ζωή στην οποία είχε πλέον συνηθίσει. Ο ποιητής δεν μπορούσε βέβαια να αναφερθεί σε όλα αυτά, γι’ αυτό και τα συμπεριέλαβε όλα στο όνομα της Αλεξάνδρειας, καθιστώντας την πόλη του διαχρονικό σύμβολο των σημαντικότερων και πολυτιμότερων αποκτημάτων.

Τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της δομής του ποιήματος είναι οι επαναλήψεις και οι προτρεπτικές προστακτικές. Τι πετυχαίνει με τα εκφραστικά αυτά μέσα ο ποιητής;

Το ποίημα αυτό ανήκει στα διδακτικά ποιήματα του Καβάφη, με τα οποία ο ποιητής επιχειρεί να περάσει στον αναγνώστη ουσιώδη μηνύματα για τη ζωή, αλλά και για τον τρόπο που οφείλουν οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν κάποιες καταστάσεις. Εδώ, ο Καβάφης με τις προτρεπτικές προστακτικές δίνει εντονότερα την παραινετική αυτή αίσθηση του ποιήματος, μιας και ο ουσιαστικός του σκοπός είναι να συμβουλεύσει, όχι βέβαια τον Αντώνιο, αλλά τον αναγνώστη, που ενδεχομένως μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την απώλεια και την αποτυχία. Ο ποιητής, επομένως, με τις πολλαπλές προστακτικές προσπαθεί να καθοδηγήσει τον άνθρωπο που θα έρθει αντιμέτωπος με μια τόσο σημαντική απώλεια για το πώς θα πρέπει να φερθεί.
Ο Καβάφης εν γένει δε χρησιμοποιεί συχνά τις επαναλήψεις στην ποίησή του, αλλά όταν το κάνει αποσκοπεί στο να περάσει με ιδιαίτερη έμφαση το μήνυμα των στίχων ή των λέξεων που επαναλαμβάνει. Για παράδειγμα ο στίχος: «Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος», επαναλαμβάνεται καθώς φέρει το κεντρικό νόημα του ποιήματος. Η στάση που οφείλει να κρατήσει ο Αντώνιος μπροστά στην απώλεια της Αλεξάνδρειας είναι μια αξιοπρεπής ψυχραιμία, που θα δείξει στους άλλους ανθρώπους ότι αφ’ ενός ήταν προετοιμασμένος από καιρό για μια πιθανή αποτυχία κι αφ’ ετέρου ότι διαθέτει αρκετό θάρρος για να αντέξει την συνολική απώλεια όλων εκείνων των αποκτημάτων για τα οποία αγωνίστηκε μια ολόκληρη ζωή.

Να εξετάσετε τι θέση κατέχουν στο ποίημα οι στίχοι 7 και 8 και να τους συσχετίσετε με τους προηγούμενους και με τους επόμενους.

Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.

Οι στίχοι αυτοί περιέχουν το κεντρικό μήνυμα του ποιήματος, υπό την έννοια ότι η βασική μέριμνα του ποιητή είναι να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής στάση του ατόμου απέναντι σε μια ενδεχόμενη απώλεια. Όταν κάποιος αντιληφθεί ότι πλησιάζει η στιγμή που θα χάσει όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του, όπως αυτό συμβαίνει στον Αντώνιο, τότε θα πρέπει να φανεί ψύχραιμος σαν να ήταν πάντοτε προετοιμασμένος για μια ενδεχόμενη αποτυχία.
Οι στίχοι που προηγούνται του κεντρικού αυτού μηνύματος περιγράφουν τη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι ο προστάτης Θεός τον εγκαταλείπει και πως είναι πλέον δεδομένη η πτώση του. Ενώ, οι στίχοι που ακολουθούν είναι οι κατευθυντήριες οδηγίες του ποιητή για το πώς θα πρέπει να αντιδράσει ο Αντώνιος και άρα κάθε άνθρωπος που συνειδητοποιεί ότι έχει έρθει αντιμέτωπος με το τέλος της επιτυχημένης διαδρομής του.

Τι συμβολίζει στο ποίημα η Αλεξάνδρεια και ο Αντώνιος;

Όταν ο ποιητής προτρέπει τον Αντώνιο να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια που χάνει, εννοεί ότι θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι ήρθε η στιγμή που θα χάσει όλα όσα έχει αποκτήσει στη ζωή του με πολλούς αγώνες. Η Αλεξάνδρεια επομένως συμβολίζει όλα τα αγαθά που κάποιος έχει αποκτήσει, αλλά πολύ περισσότερο κάθε τι που αποτελεί το πολυτιμότερο όνειρο ενός ανθρώπου, που για κάποιο διάστημα κατάφερε να το υλοποιήσει και πλέον το χάνει. Η Αλεξάνδρεια γίνεται εδώ το σύμβολο των πιο σημαντικών αποκτημάτων, αλλά και των προσδοκιών που έχει κάποιος για το μέλλον του. Ο Καβάφης καθιστά την Αλεξάνδρεια ένα πολυσήμαντο σύμβολο, γεγονός που ως ένα βαθμό εξηγείται από την ιδιαίτερη αγάπη που είχε ο ποιητής για τη γενέτειρά του και από τη διάθεσή του να τιμήσει την πόλη του.

Ο Αντώνιος από την άλλη συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχει επιτύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του και κάποτε έρχεται αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών των επιτευγμάτων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ουσιαστικά την ιστορία του Αντώνιου για να απευθυνθεί σε όλους τους ανθρώπους, καθώς για όλους τους ανθρώπους είναι πιθανό κάποια στιγμή να βρεθούν αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια. Όπως, λοιπόν, προτρέπει τον Αντώνιο να σταθεί στο ύψος του και να αντιμετωπίσει την κατάσταση με αξιοπρέπεια, το ίδιο ακριβώς ζητάει ο ποιητής κι από τους αναγνώστες του.



Κωνσταντίνος Μάντης




Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ



                                 Να προσέξεις
                                 σε ποιά πόδια εμπρός
                                 θ' αποθέσεις το αίσθημά σου.
                                 Τα πόδια του κακού θα το κλωτσήσουν.
                                 Του εγωιστή
                                 θα το κάνουν κλοτσοσκούφι.
                                 Του ανώριμου,
                                 του ανόητου και του ανεύθυνου
                                 θα στραφούν αλλού
                                 και θ' απομακρυνθούν.
                                 Και μόνο τα πόδια του σοφού
                                 εμπρός του θα λυγίσουν
                                 σε μια γονυκλισία
                                 σεβασμού και αναγνώρισης.

                                                                      Ιούνιος 2002




Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Το πρώτο φιλί



Ήταν Άνοιξη του 1970, δεκαέξι του Μάη και η μέρα ήταν ζεστή. Ήμουν σε εκδρομή με το φροντιστήριο των Αγγλικών. Δεν είχα δική μου παρέα γιατί φοιτούσα σε τμήμα που είχε φτιαχτεί ειδικά για μένα κι έτσι ήμουν σ' αυτό εντελώς μόνος. Κάπου-κάπου ερχόταν κι ένας άλλος σπουδαστής της ίδιας τάξης, όποτε τον βόλευαν οι ώρες.
Αυτή η μοναχικότητα, εκτός από τη γενικότερη ωφέλεια που είχε για μένα στην εκμάθησης της γλώσσας, μου βγήκε σε καλό και στην περίπτωση εκείνης της εκδρομής. Όταν δήλωσα συμμετοχή, ο καθηγητής μου, σχολιάζοντας το ενδεχόμενο να μην περάσω καλά μη έχοντας φίλους μαζί μου, μου υποσχέθηκε πως θα μου όριζε θέση ανάμεσα σε τρία κορίτσια από άλλη τάξη, τρεις φίλες, που κι αυτές δεν θα είχαν άλλη παρέα έξω απ' την τριάδα τους.
Έτσι και έγινε. Όταν επιβιβάστηκα στο πούλμαν κι εκάθησα στη θέση μου, βρέθηκα ανάμεσα σε τρία κορίτσια, δεκαπέντε ετών περίπου, σαν τα κρύα νερά. Ήσαν κι εκείνα πληροφορημένα για μένα και με περίμεναν. Το ένα απ' αυτά καθόταν στ' αριστερά μου, δίπλα στο παράθυρο και τα άλλα δύο στο μπροστινό κάθισμα. Ήσαν ευχάριστες, ομιλητικές και καλοφτιαγμένες. Από την οπτική γωνία των δεκαέξι μου χρόνων τις εύρισκα αρκετά σοβαρές, ευτυχώς, γιατί αλλιώς δεν θα τις άντεχα.
Ωστόσο από τις τρεις ξεχώριζε μία, εκείνη που καθόταν διαγώνια μπροστά μου, στο παράθυρο του μπροστινού καθίσματος. Την έλεγαν Ελένη. Οι άλλες δύο ήσαν πιο απλές γενικά, στη συμπεριφορά και στο ύφος. Η Ελένη είχε από φυσικού της εκείνο το κάτι που προκαλεί και αναστατώνει. Δεν προσποιόταν ούτε το επεδίωκε να είναι έτσι. Αυτός ήταν ο τύπος της. Ήταν ο τύπος που σέρνει καράβι και άνετα μάλιστα.
Το κορίτσι που καθόταν δίπλα μου ήταν κι αυτό αρκετά ελκυστικό κι ενδιαφέρον και από τις πρώτες στιγμές αναπτύχθηκε ανάμεσά μας ένα πολύ καλό κλίμα κι αρχίσαμε να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Όμως εγώ είχα τη μισή προσοχή μου στην Ελένη. Με το μισό μου μυαλό παρακολουθούσα τις κινήσεις της και τις εκφράσεις της, καθώς συνομιλούσε με τη διπλανή της.
Όταν μου δινόταν η ευκαιρία, την παρατηρούσα και την περιεργαζόμουν καλύτερα. Την απολάμβανα. Ήταν πολύ όμορφη, με μια ζεστή, μεσογειακή ομορφιά. Είχε ξανθά μαλλιά, μακριά και ίσια, δεμένα πίσω σε αλογοουρά. Είχε γαλάζια μάτια με έξυπνο και εκφραστικό βλέμμα και μια επιδερμίδα ανοιχτόχρωμη, βελούδινη κι αιθέρια. Κι ακόμα είχε δυό υπέροχα χείλη, κόκκινα και σαρκώδη, που κινούνταν ερεθιστικά καθώς μιλούσε.
Κάποτε, στη διάρκεια της διαδρομής προς τον προορισμό μας, που δεν θυμάμαι ποιός ήταν, έπεσε η ιδέα από κάποιον να παίξουμε την «Πυθία», το γνωστό παιχνίδι που συνηθιζόταν στα πάρτυ εκείνης της εποχής, δίνοντας μια ιδιότυπη και σχετικά νομιμοποιημένη διέξοδο στον καταπιεσμένο εφηβικό ερωτισμό. Κάποιος απ' τους συμμετέχοντες πήρε το ρόλο της Πυθίας, έδεσε τα μάτια του μ' ένα μαντήλι κι άρχισε να δέχεται το στερεότυπο ερώτημα «Τι  να κάνει ο κύριος στην κυρία;» ή «Τι  να κάνει η κυρία στον κύριο;», στο οποίο έπρεπε να δίνει μια κατά το δυνατόν έξυπνη, πρωτότυπη αλλά και τολμηρή απάντηση, χωρίς να γνωρίζει ποιά πρόσωπα αφορούσε.
Στην εξέλιξη της διαδικασίας έφτασε και η στιγμή, μοναδική και ανεπανάληπτη, που ο κύριος ήμουν εγώ και η κυρία ήταν η Ελένη. Ήταν η κατ' εξοχήν στιγμή της πιθανής αμοιβής για τη συμμετοχή μου στο παιχνίδι. Η έξαψη κορυφώθηκε, για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα την αγωνία της αναμονής, την ανησυχία για το ποιά θα ήταν η εντολή της Πυθίας. Αυτή η ευκαιρία που μου δινόταν για μια άμεση επαφή μ' αυτό το πολυπόθητο πλάσμα θα μπορούσε να έχει μια θαυμάσια αξιοποίηση αλλά θα μπορούσε επίσης να καταλήξει και σε πλήρη απογοήτευση. Κρεμόμουν κυριολεκτικά από τα χείλη της Πυθίας.
 Στη συγκεκριμένη περίπτωση το τυπικό ερώτημα είχε τεθεί με την «ανδροκρατική» του διατύπωση: «Τι  να κάνει ο κύριος στην κυρία;». Θυμάμαι πως ήμουν αποφασισμένος και έτοιμος, εγώ τουλάχιστον από την πλευρά μου, να κάνω χρήση αυτής της ευκαιρίας όχι βιαστικά και αδέξια αλλά με τον πιο αποδοτικό και απολαυστικό τρόπο, στον βαθμό βέβαια που θα με ευνοούσε και η εντολή που θα έπαιρνα. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε να είναι «Να της χαϊδέψει το στήθος». Ήμουν έτοιμος να το πράξω με τη μεγαλύτερη σχολαστικότητα, με αργές και καλά οργανωμένες κινήσεις, με επαγγελματική ευσυνειδησία και συνέπεια απέναντι στην εντολή που θα είχα πάρει.
Θα μπορούσε ωστόσο και να προέκυπτε μια εντελώς άχαρη και απογοητευτική εντολή του τύπου «Να της τραβήξει τα μαλλιά» ή «Να της ξύσει την πλάτη». Όμως ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Όταν πέρασαν τα δύσκολα εκείνα δευτερόλεπτα η απάντηση που ήρθε ήταν «Να τη φιλήσει στο στόμα».
Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή η Ελένη κι εγώ και γείραμε ελαφρά πλησιάζοντας ο ένας τον άλλο. Βρισκόμασταν ακόμα στις θέσεις μας αλλά βέβαια όχι καθιστοί. Εκείνη ήταν γονατισμένη με το δεξί πόδι στο κάθισμά της και με το δεξί χέρι ακουμπούσε στην πλάτη του, έχοντας μέτωπο προς τον διάδρομο, όπου συνωστίζονταν πολλοί απ' αυτούς που συμμετείχαν στο παιχνίδι και, πιο απόμερα, μερικοί που παρακολουθούσαν αμέτοχοι. Εγώ στεκόμουν όρθιος με το δεξί μου πόδι στο διάδρομο και το αριστερό στο υπερυψωμένο δάπεδο, ενώ στηριζόμουν για ασφάλεια και σταθερότητα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος.
Δεν διαφαινόταν η παραμικρή αναστολή στο ύφος της Ελένης. Με πλησίασε με άνεση και με το σωστό τρόπο, όχι με βιασύνη αλλά με φανερή τη διάθεση να δώσει και να πάρει και όχι να τελειώσει όπως-όπως μ' αυτή την υποχρέωση. Με το μυαλό μου συγκεντρωμένο ακριβώς εκεί που έπρεπε φίλησα γλυκά αλλά και σθεναρά τα υπέροχα κοριτσίστικα χείλη. Ήσαν βρεγμένα. Όταν πέρασαν αυτές οι λίγες στιγμές, εκτός από την παρατεινόμενη αίσθηση της επαφής είχα κι εκείνη του σάλιου της πάνω στο στόμα μου. Κι ήταν αυτή μια επιπλέον, εξίσου σημαντική αλλά και αναπάντεχη και πιο διαρκής ευχαρίστηση. Μια ευχαρίστηση που παρέμενε και μετά την πράξη της επαφής.
Έγλυψα με λαχτάρα τα χείλη μου για να πάρω μέσα μου αυτό το σάλιο, αυτόν τον λίγο μαγικό χυμό που προερχόταν από εκείνο το στόμα, εκείνο το σώμα, που έσφυζε από λογής-λογής κοριτσίστικους εφηβικούς χυμούς. Ήταν κάτι σαν Κοινωνία. Όχι Θεία βεβαίως όμως Κοινωνία, και μάλιστα θα έλεγα ιερή. Περιεκτική τόσο σε φυσική αξία όσο και σε νόημα κρυφό και περιεχόμενο μυστικό. Η μικρή ποσότητα ασφαλώς δεν είχε καμία σημασία. Σημασία είχε το ότι αντιπροσώπευε το σώμα και το είναι, τον ερωτισμό και τον παλμό εκείνου του κοριτσιού. Είχα μεταλάβει, μ' αυτό το λίγο σάλιο που έμεινε στα χείλη μου, εκείνα ακριβώς τα δικά της στοιχεία. Θα την είχα για πάντα μέσα μου, έχοντας πάρει μέσα μου αυτό που μου άφησε. Το φιλί εκείνο δεν έμελε να μείνει μια στιγμιαία επαφή αλλά να αποβεί η απαρχή μιας νέας μυστικής και υπερβατικής σχέσης.
Το παιχνίδι γύρω μου συνεχιζόταν κανονικά, όμως για μένα ουσιαστικά είχε τελειώσει. Αδιάφορα κι αφηρημένα έμενα στην ίδια θέση και εξωτερικά έδειχνα να συμμετέχω στη δραστηριότητα της παρέας, όμως επρόκειτο πια για κάτι που δεν με αφορούσε. Το προηγούμενο ενδιαφέρον μου είχε ξαφνικά εξαφανιστεί.
Πέρασα πολύ ευχάριστα σ' εκείνη την εκδρομή με την παρέα των τριών κοριτσιών και την συμβολή της ηλιόλουστης μέρας. Η γνωριμία μου ωστόσο με την Ελένη και τις άλλες δυο συντρόφισσές μου δεν είχε συνέχεια μετά το τέλος της εκδρομής. Δεν επεδίωξα καθόλου κάτι τέτοιο εξ αιτίας ενός άλλου αισθήματος, που υπήρχε τότε στη ζωή μου, ενός αμφίβολου και αρρωστημένου δεσμού με μια κοπέλα ένα χρόνο μεγαλύτερή μου, που ποτέ δεν μου ξεκαθάρισε τι σκεφτόταν για μένα και ποτέ δεν μου έδωσε κάτι, πέρα από μετέωρες και απατηλές ελπίδες. Εγώ απλά επέμενα να την έχω τοποθετημένη πολύ ψηλά και να μένω αυστηρά σταθερός στο αίσθημά μου. Αρκέστηκα να κρατήσω από τη μέρα εκείνη την εμπειρία της συναναστροφής με την Ελένη και την αίσθηση των ζεστών και υγρών χειλιών της πάνω στα δικά μου. Την αίσθηση αυτή τη διατήρησα ζωντανή στο μυαλό μου για πολλά χρόνια μετά από τότε, σαν ένα πρότυπο λεπτής ηδονής και σαν ενθύμιο από την πρώτη φορά που φίλησα ένα κορίτσι στο στόμα.

N.T.


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ταύροι και ταυρομαχίες


Πήρα σήμερα ένα μέηλ από φίλο, σχετικό με τον θεσμό της ταυρομαχίας, στην Ισπανία. Εκεί διάβασα τα παρακάτω απίστευτα πράγματα:

«Ο Ταύρος δεν είναι επιθετικό ζώο. Ο Λόγος που είναι θυμωμένος είναι γιατί μέρες είναι νηστικός και απίστευτα-βάναυσα ταλαιπωρημένος. Στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπουν όλοι όσοι έχουν για θεούς τους και θαυμάζουν τους ταυρομάχους, δεν είναι ένα δυνατό ζώο, αλλά ένα ταλαιπωρημένο, βασανισμένο και εξαντλημένο ψυχικά ζώο. Σε αυτό το υπερήφανο και δυνατό πλάσμα, βάζουν υγρές εφημερίδες στα αυτιά του και τα μάτια του είναι γεμάτα βαζελίνη για να θολώνουν την όρασή του...
»Τα ρουθούνια του είναι γεμάτα βαμβάκι, ώστε να του κόβει την αναπνοή και στα γεννητικά του όργανα έχουν κολλήσει μια βελόνα. Υποσιτίζεται για μέρες ώστε να είναι αδύναμος και είναι φυλακισμένος για μέρες σε ένα σκοτεινό κουτί ώστε να χάσει τον προσανατολισμό του και να του δημιουργηθεί στρες.
»Έτσι όταν βγαίνει στην αρένα από το κουτί αυτό, τρέχει απεγνωσμένα νομίζοντας πως το μαρτύριο του έχει τελειώσει. Αντ’ αυτού το εξαντλημένο και κακοποιημένο ζώο έχει να αντιμετωπίσει τις ιαχές του πλήθους και τους δολοφόνους του, που το εξαντλούν ακόμη περισσότερο με τα χτυπήματά τους.
»Τι ηρωισμός. Τι γενναιότητα. Πώς ο άνθρωπος έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο κτήνος, που δολοφονεί για την απόλαυσή του... Είμαστε μοναδικοί σε αυτό στον πλανήτη μας.»

Ζητώ συγγνώμη για τον αποτροπιασμό που σας προκάλεσα. Όμως δεν μπορώ και να προτιμήσω την εθελοτυφλία, την αποσιώπηση και την υπεκφυγή. Εύχομαι μέσα μου όλα αυτά να είναι μια περιγραφή που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, να είναι μια υπερβολή, μια νοσηρή μυθομανία, μια εκούσια ή ακούσια παραπληροφόρηση.
Όμως πόσες είναι οι πιθανότητες να υπάρχει ένας τέτοιος καπνός χωρίς να υπάρχει φωτιά; Άλλωστε ο ίδιος ο θεσμός των ταυρομαχιών είναι ένας βάρβαρος και βλακώδης θεσμός. Τι μπορεί να περιμένει κανείς απ’ αυτούς που τον ασκούν, όσον αφορά στην τήρηση ορίων και στην εφαρμογή ηθικών κανόνων στην εκτέλεση αυτής της αναμέτρησης μεταξύ ανθρώπου και ζώου;
Δεν μπορώ να παρηγορήσω τον εαυτό μου με την εκδοχή της υπερβολής και της παραπληροφόρησης. Απλά δεν θα συμφωνήσω και με τη διατύπωση «Πώς ο άνθρωπος έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο κτήνος…». Ασφαλώς το είδος άνθρωπος δεν είναι μια ομοιογενής μάζα, που χαρακτηρίζεται εξ ολοκλήρου από τις ιδιότητες του κτήνους. Υπάρχουν και οι εντελώς αντίθετες περιπτώσεις, σε μαζικές κλίμακες. Όμως πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα και προς «τα κάτω», ώστε να μην αγνοούμε τη σύνθεση της μεγάλης εικόνας και να διατηρούμε επίγνωση του είδους και της έκτασης των πληγών που πρέπει να επουλωθούν.

Ν.Τ., 5/4/2014