Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Ένα σπίτι στον Άλιμο


Υπάρχει ένα σπίτι στον Άλιμο, το γνωστό προάστιο της Αθήνας στα Νότια του Λεκανοπεδίου της Αττικής, ένα από τα πολλά της οδού Λορέντζου Μαβίλη. Έχει δυο οροφοδιαμερίσματα, έχει ένα μικρό κήπο μπροστά, με λεμονιές και καλλωπιστικά φυτά και έναν μεγαλύτερο κήπο πίσω, με ένα μεγάλο πεύκο, μια μεγάλη συκιά, πολλή σκιά για το καλοκαίρι, ξύλινα παγκάκια για ξεκούραση κάτω απ' τις φυλλωσιές και πολλές γωνιές με ερασιτεχνικές κατασκευές διακοσμητικού και χρηστικού χαρακτήρα.
Όταν ξεκίνησε για μένα η ζωή που τώρα διάγω, πριν από περίπου εικοσιεννέα χρόνια, με τον γάμο που με ένωσε με τη σημερινή συντρόφισσά μου, την Έλση, και την εγκατάστασή μου στο σπίτι που προόριζαν γι' αυτήν οι γονείς της, δυο από τα πρόσωπα που γνώρισα αμέσως ήταν η θεία Μαίρη, αδελφή της μητέρας της γυναίκας μου, και ο θείος Δημήτρης, ο σύζυγος της θείας Μαίρης. Αυτοί ήταν οι ένοικοι του πάνω ορόφου του σπιτιού της οδού Λορέντζου Μαβίλη.
Ένα άλλο πρόσωπο που γνώρισα επίσης πολύ γρήγορα ήταν η γιαγιά Στέλλα, η μητέρα της πεθεράς μου και της θείας Μαίρης. Σ' αυτήν ανήκε το κάτω διαμέρισμα στο σπίτι του Αλίμου. Εκεί κατοικούσε από παλιά με τον παππού Αντώνη, τον άντρα της, τον οποίον εγώ δεν γνώρισα, επειδή είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν γνωρίσω την εγγονή του.
Τα δυο παιδιά των ενοίκων του πάνω διαμερίσματος, Ηλία και Αντώνη, τα πρωτοσυνάντησα πολύ αργότερα, επειδή ζούσαν - και ζουν - μόνιμα στη Βιέννη.
Από τον πρώτο καιρό το σπίτι του Αλίμου έγινε για μένα ένας ιδιαίτερα ευχάριστος προορισμός. Η θεία Μαίρη ήταν ένα πρόσωπο που ξεχώριζε για την καλλιέργεια, τη φυσική ευγένεια και την καλοσύνη του. Πάντα στις επισκέψεις που ανταλλάσσαμε και στις απρογραμμάτιστες συναντήσεις των οικογενειών, πότε στην κατοικία της μιας και πότε της άλλης, υπήρχε η προοπτική για μια ευχάριστη ανθρώπινη επαφή και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, ακόμη και για τα κοινότυπα και αναμενόμενα ζητήματα της ζωής και της καθημερινότητας.
Ο θείος Δημήτρης ήταν κι αυτός ένα αρκετά ενδιαφέρον πρόσωπο, κυρίως χάρις στην καλή γνώση και άπταιστη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Κοντά του χαιρόμουν να ακούω ελληνικό προφορικό λόγο. Η θεματολογία των συζητήσεών μας σχετιζόταν σχεδόν πάντα με την πολιτική επικαιρότητα, τα σημαντικά ή ασήμαντα κοινωνικά ζητήματα, τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας – πάντα σε αντιδιαστολή προς τον άψογο δημόσιο βίο της Αυστρίας – και ό,τι άλλο έφερνε η περίσταση.
Πολιτικά και ιδιοσυγκρασιακά βρισκόμασταν σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, όμως πάντα στις επαφές μας πρυτάνευαν η μετριοπάθεια, ο αλληλοσεβασμός, η καλή πίστη και η ειλικρινής ευγένεια. Έτσι, είχαμε κάθε φορά τη δυνατότητα να συνομιλούμε άνετα και φιλικά, στη βάση της καλόπιστης ανταλλαγής απόψεων.
Παρόμοια πράγματα μπορώ να πω για τη θεία Μαίρη. Εκείνη δεν είχε τόση εμμονή περί τα πολιτικά, χωρίς να είναι και άσχετη ή αδιάφορη. Ισχύουν και για τη δική της περίπτωση όσα περιγράφω παραπάνω για διαφορές πολιτικών τοποθετήσεων και συγκατάβαση στο πλαίσιο της διεξαγωγής των συζητήσεων. Ωστόσο εκείνη μιλούσε περισσότερο για θέματα πολιτισμού και κουλτούρας, για τις προσωπικές και κοινωνικές δραστηριότητές της, για τα παιδιά της και την εγγονή της, τη Μαρί, στη Βιέννη και για την οικογένεια της κας Χατζή, πρώην συναδέλφου και παντοτινής στενής φίλης του ζευγαριού επί μακρά σειρά ετών.
Πάντα ήμουν θετικός όταν η Έλση μου έλεγε "πάμε μέχρι τη θεία μου;" ή, επιστρέφοντας από κάπου προς το σπίτι και τύχαινε η διαδρομή να βολεύει για μια σύντομη επίσκεψη, μου έλεγε "περνάμε από τη θεία;". Την είχε πιο πάνω κι απ' η μητέρα της, για να λέμε την αλήθεια. Τις εφηβικές και νεανικές ανησυχίες της με τη θεία Μαίρη τις μοιραζόταν. Από εκείνη έπαιρνε πάντα την αίσθηση, ότι οι εκμυστηρεύσεις και τα ερωτηματικά της θα έβρισκαν αναμφίβολα ευήκοον ους και ότι οι πληροφορίες που χρειαζόταν να αποκτήσει θα ήταν πάντα διαθέσιμες και αξιόπιστες. Γι' αυτό οι δεσμοί μεταξύ θείας και ανιψιάς παρέμεναν θερμοί και ισχυροί, ακόμη και μετά την ριζική αλλαγή στις συνθήκες ζωής της δεύτερης.
Στα παλιότερα χρόνια, όταν ακόμη λειτουργούσε το αεροδρόμιο του Ελληνικού, σταματούσαμε σ' ένα ορισμένο σημείο, σε μια κάθετη της Λορέντζου Μαβίλη, με θαυμάσια θέα προς τους αεροδιαδρόμους, και παρακολουθούσαμε για λίγα λεπτά τις προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροπλάνων. Ήταν τότε και ο μεγάλος μας γιος πολύ μικρός ακόμα και αυτή η στάση για "κατασκόπευση" του αεροδρομίου είχε καθιερωθεί και για ικανοποίηση της δικής του επιθυμίας.
Στο σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη, και συγκεκριμένα στο επάνω διαμέρισμα, υπάρχει ένα μεγάλο, μακρόστενο δωμάτιο, που είναι η σαλοτραπεζαρία του διαμερίσματος. Επιπλωμένο με την αισθητική μιας μεσοαστικής, εύπορης οικογένειας της δεκαετίας του '60 και με μια μεγάλη βιβλιοθήκη στο βάθος του δωματίου, στη μια από τις δυο μικρότερες πλευρές, απέναντι από την κυρία είσοδο. Στην βιβλιοθήκη αυτή δέσποζε – και εξακολουθεί να παραμένει ξεχασμένη εκεί, σε ένα από τα ψηλότερα ράφια – η πλήρης σειρά του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του "Ηλίου". Πραγματικός θησαυρός για ένα σπίτι της παλιάς εποχής. Ο συγκεκριμένος, που πάντα τραβούσε το βλέμμα μου προκαλώντας μου δέος, προφανώς αποτελούσε απόκτημα του πατέρα του θείου Δημήτρη, που ήταν δικηγόρος.
Στο δωμάτιο αυτό έχουν λάβει χώρα αξέχαστες οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, κυρίως με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής του οικοδεσπότη. Η ονομαστική εορτή της οικοδέσποινας συνέπιπτε πάντα με τις καλοκαιρινές διακοπές και αποτελούσε αφορμή για ευχάριστες βραδιές με οικογενειακούς φίλους από τη γειτονιά της εξοχικής κατοικίας, στην Ακράτα. Συνήθως ήταν παρόν και κάποιο από τα δυο παιδιά με την οικογένειά του, συνδυάζοντας τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα με τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου και τη φυσική παρουσία όλων τους στο πλευρό της εορτάζουσας μαμάς Μαίρης.
Η σαλοτραπεζαρία του σπιτιού της Λορέντζου Μαβίλη έχει ακούσει γέλια, αφηγήσεις, συζητήσεις πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, περιγραφές συνταγών μαγειρικής και επαινετικά σχόλια για τα εξαίσια φαγητά της θείας. Έχει ακούσει τσουγκρίσματα ποτηριών, το κελάρυσμα του κρασιού που χύνεται στα ποτήρια, ευχές, χαιρετούρες και χαρούμενα καληνυχτίσματα. Τα ίδια και τα ίδια για πάνω από δυο δεκαετίες, όσον αφορά την δική μου επαφή με τον χώρο και τη σχέση μου με τους ενοίκους  του. Τουλάχιστον μια φορά κάθε χρονιά, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, αλλά συχνά δίνονταν και άλλες αφορμές για παρόμοια κοινωνικά γεγονότα.
Στις ανεπίσημες επισκέψεις, που πραγματοποιούσαμε η Έλση κι εγώ "για να δούμε τη θεία Μαίρη", καθόμασταν όλοι μαζί στην κουζίνα, αν ήταν χειμώνας, και στη μπροστινή βεράντα, με θέα προς τον Σαρωνικό, αν ήταν καλοκαίρι. Στην κουζίνα πάντα μύριζε το φαγητό της ημέρας και ήταν διάχυτη μια θετική αύρα φιλοξενίας και φιλαλληλίας και πάντα υπήρχαν βουτηματάκια για τον καφέ ή σοκολατάκια από τη Βιέννη. Στη βεράντα απολαμβάναμε το αεράκι του Σαρωνικού μαζί με παγωτά ή πορτοκαλάδες.
Πέρασαν έτσι αυτά τα, περισσότερα από είκοσι, χρόνια. Ο μικρός μας γιός, που κάποτε χάζευε τ' αεροπλάνα, και φώναζε το ηλικιωμένο ζευγάρι "Χία Μέη! Χίο Τζιτζίτη!" μεγάλωσε και αποστασιοποιήθηκε. Το ηλικιωμένο ζευγάρι ογδοντάρισε, ενώ στο μεταξύ καινούργια εγγόνια είχαν μπει στην παρέα – ένα στην Ελλάδα και δύο στην Αυστρία – για να τροφοδοτούν με ένιες και ενδιαφέροντα τους μεγάλους και να γίνονται τα συνήθη θέματα των συζητήσεων. Ώσπου κι αυτά μεγάλωσαν και ανάλογα άλλαξε και η φύση του ενδιαφέροντος γι' αυτά.
Κάποτε η θεία Μαίρη παραπονέθηκε για έντονες ενοχλήσεις και πόνο στο δεξιό πίσω μέρος της γλώσσας. Σύντομα διαγνώστηκε καρκίνος. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Συννέφιασε. Εναλλάσσονταν και αλληλοσυγκρούονταν η ελπίδα για επιστροφή στην προηγούμενη καλοκαιρία και η ανησυχία για μια πιθανή επερχόμενη καταιγίδα. Οι αλλεπάλληλες ιατρικές παρεμβάσεις και γνωμοδοτήσεις ενθάρρυναν πότε την ελπίδα και πότε την ανησυχία. Η χειρουργική επέμβαση έδωσε προβάδισμα στην πρώτη, αλλά όχι για πολύ. Ύστερα από μια περίοδο καθημερινών σχεδόν επισκέψεων για τοποθέτηση αυτοκόλλητων παυσίπονων επιθεμάτων στην πλάτη της ασθενούς, πληροφορηθήκαμε ένα βράδυ τον θάνατό της.
Τα παιδιά της ήρθαν από την Αυστρία για την κηδεία και, μετά τις απαραίτητες διαδικασίες, έφυγαν πάλι. Το σπίτι περιήλθε σε κατάσταση υπερβολικής ησυχίας. Μόνος ένοικος πλέον ο κακότυχος θείος Δημήτρης, που ευτυχώς συνέχισε να δέχεται συχνά τις φροντίδες της Όλγας, της αγαπημένης οικιακής βοηθού της θείας Μαίρης.
Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Για τον θείο Δημήτρη αυτά τα χρόνια πέρασαν δύσκολα, λόγω της απουσίας της συντρόφου του. Το ευτύχημα ήταν, ότι, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, περπατούσε αρκετά σχεδόν κάθε πρωί και πήγαινε για καφέ με έναν, εναπομείναντα, καλό φίλο. Τελευταία αδυνάτιζε όμως περίεργα και άρχισε να παραπονιέται για διάφορες αδιαθεσίες.
Τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθε ο μικρός γιός από την Αυστρία για να διεκπεραιώσει διάφορες οικογενειακές υποθέσεις και να φροντίσει για την εκταφή της μητέρας του. Μέσα σ' όλα αυτά κανόνισε να κάνει ο πατέρας του διάφορες εξετάσεις, για να βρεθεί η αιτία αυτών των ήπιων προβλημάτων της υγείας του. Τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά. Δημιουργήθηκαν υπόνοιες για κακοήθεια στο έντερο. Αποφασίστηκε να ταξιδέψει κι αυτός στην Αυστρία, προκειμένου να συνεχιστεί εκεί η διερεύνηση του προβλήματος και να ακολουθήσει η θεραπευτική αγωγή σε νοσοκομείο της Βιέννης, μια που τα παιδιά δεν είχαν τη δυνατότητα να βρίσκονται εδώ και να μεριμνούν για τις καθημερινές εξελίξεις.
Με ένα τηλεφώνημά τους από 'κει μας παρακάλεσαν να περάσουμε από το σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη για να ποτίσουμε τα φυτά και να βρούμε στις ντουλάπες μερικά χειμωνιάτικα ρούχα του θείου, για να τα στείλουμε στη Βιέννη. Πράγματι, πήγαμε εκεί ένα απόγευμα στα μέσα του Σεπτέμβρη. Είχαμε ήδη στην κατοχή μας τα κλειδιά "για κάθε ενδεχόμενο".
Μια πρωτόγνωρη, δυσάρεστη αίσθηση με κατέλαβε καθώς φτάσαμε και ανοίξαμε την αυλόπορτα. Το σπίτι δεν ήταν απλά θεόκλειστο, ήταν νοσηρά έρημο. Διαποτισμένο από την ατμόσφαιρα της εγκατάλειψης. Σαν μια πιθανή και όχι πολύ μακρινή προοπτική ήρθαν στη σκέψη μου κάτι σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες, που δείχνουν ανθρώπινες κατασκευές πνιγμένες από την βλάστηση της ζούγκλας ή ακατοίκητες, ξεχασμένες αγροικίες μέσα σε αγριεμένους, απεριποίητους κήπους.
Ποτίσαμε τα φυτά της μπροστινής και της πίσω αυλής και ύστερα ανεβήκαμε στην ταράτσα, όπου υπάρχουν διάσπαρτες μερικές μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες και μια ξύλινη πέργκολα με λίγα λουλούδια, που έχουν απομείνει ύστερα από τη διακοπή της φροντίδας της οικοδέσποινας. Στη συνέχεια κατεβήκαμε και μπήκαμε στο σπίτι. Το περιβάλλον έδινε την εντύπωση της βιαστικής, ανοργάνωτης αναχώρησης. Προφανώς το πρόβλημα της υγείας του θείου Δημήτρη, με τις έκτακτες επισκέψεις σε γιατρούς και νοσοκομεία τις τελευταίες ημέρες, επέβαλε την υπέρβαση της σχετικής δεοντολογίας.
Η Έλση άνοιξε συρτάρια και ντουλάπες και συγκέντρωσε ένα αρκετά ογκώδες σύνολο από είδη χειμερινού ρουχισμού, που έδειχναν να καλύπτουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις ανάγκες που διαμορφώνει ο χειμώνας της Αυστρίας. Μια ευρύχωρη ταξιδιωτική τσάντα, που βρέθηκε σε μια από τις ντουλάπες, χώρεσε με λίγη προσπάθεια ό,τι είχε συγκεντρωθεί επάνω στο διπλό κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας.
Φυσικά ποτέ στο παρελθόν δεν είχα φανταστεί, ότι κάποτε θα έμπαινα στα άδυτα αυτού του σπιτιού. Τώρα παρατηρούσα με άνεση, αλλά και με σεβασμό και συμπάθεια, τα προσωπικά αντικείμενα των ανθρώπων που έμεναν εκεί, ακόμη και την τουαλέτα της θείας Μαίρης με τα είδη της ατομικής της περιποίησης – καλλυντικά, χτένες και άλλα μικροαντικείμενα – και διάφορα μπιμπελό και κορνίζες με φωτογραφίες. Ήταν ένα βίωμα συγκινητικό.
Φεύγοντας περάσαμε από το διαμέρισμα του ισογείου για να αδειάσουμε το ψυγείο και να διακόψουμε τις παροχές νερού και ηλεκτρικού από τους γενικούς διακόπτες. Ο χώρος αυτός, στον οποίο έμπαινα για πρώτη φορά, έμοιαζε με κονσέρβα περασμένων καιρών. Ήταν ο χώρος που είχε στεγάσει το νοικοκυριό της γιαγιάς Στέλλας και του παππού Αντώνη, σε μια εποχή που από τον μπροστινό κήπο μπορούσες να αγναντεύεις τον Σαρωνικό, τα νησιά του και τα καράβια που τον διέσχιζαν.
Τελειώνοντας κι αυτή τη δουλειά σχολιάσαμε για λίγο τα παλιά, ξυλόγλυπτα έπιπλα και τις φωτογραφίες συγγενικών προσώπων, που κρέμονταν στους τοίχους, και βγήκαμε στον κήπο για να φύγουμε. Έριξα μια τελευταία ματιά ολόγυρα, στα καλοφτιαγμένα παρτέρια με τα ξερόχορτα και τα πεσμένα φύλλα και στο μπαλκόνι του πάνω διαμερίσματος με το μικρό μεταλλικό τραπέζι, όπου τρώγαμε παγωτά και πίναμε πορτοκαλάδες. Τα απεριποίητα παρτέρια του κήπου και το μισοριγμένο στο δάπεδο τραπεζομάντιλο του μεταλλικού τραπεζιού στο μπαλκόνι αποτελούσαν την απαρχή της επερχόμενης φθοράς αυτού του σπιτιού. Κανείς δεν ξέρει, ούτε καν οι κληρονόμοι του στην Αυστρία, ποια θα είναι η τύχη του από 'δω και πέρα.
Στις επόμενες μέρες πήραμε νέα από τα ξαδέρφια στη Βιέννη σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του θείου Δημήτρη. Μπήκε σε δημόσιο νοσοκομείο εκεί και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης τμήματος του εντέρου. Ακολούθησε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων ημερών κατά το οποίο παρέμεινε σε μια κατάσταση έντονης διανοητικής σύγχυσης, προφανώς σαν συνέπεια της νάρκωσης. Ύστερα άρχισε να συνέρχεται σιγά-σιγά, αλλά όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Παράλληλα παρέμενε υπαρκτό και σημαντικό το πρόβλημα του καρκίνου του παγκρέατος, που είχε εν τω μεταξύ διαγνωστεί στο νοσοκομείο της Βιέννης.

Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2015, πληροφορηθήκαμε τηλεφωνικά τον θάνατο του θείου Δημήτρη, λίγες μέρες μετά την φετινή ονομαστική εορτή του, την οποία ο ίδιος μάλλον δεν αντελήφθη. Πέθανε από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, την οποία ο εξασθενημένος οργανισμός του δεν άντεξε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου