Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Το σμίξιμο των εποχών



Πώς σμίγουν η μια με την άλλη οι εποχές!... Αλλάζει ο Χρόνος το βήμα του και μπορείς να δεις πού ειν’ η παλιά πατημασιά του και πού η καινούργια.





Ένα σπίτι στον Άλιμο


Υπάρχει ένα σπίτι στον Άλιμο, το γνωστό προάστιο της Αθήνας στα Νότια του Λεκανοπεδίου της Αττικής, ένα από τα πολλά της οδού Λορέντζου Μαβίλη. Έχει δυο οροφοδιαμερίσματα, έχει ένα μικρό κήπο μπροστά, με λεμονιές και καλλωπιστικά φυτά και έναν μεγαλύτερο κήπο πίσω, με ένα μεγάλο πεύκο, μια μεγάλη συκιά, πολλή σκιά για το καλοκαίρι, ξύλινα παγκάκια για ξεκούραση κάτω απ' τις φυλλωσιές και πολλές γωνιές με ερασιτεχνικές κατασκευές διακοσμητικού και χρηστικού χαρακτήρα.
Όταν ξεκίνησε για μένα η ζωή που τώρα διάγω, πριν από περίπου εικοσιεννέα χρόνια, με τον γάμο που με ένωσε με τη σημερινή συντρόφισσά μου, την Έλση, και την εγκατάστασή μου στο σπίτι που προόριζαν γι' αυτήν οι γονείς της, δυο από τα πρόσωπα που γνώρισα αμέσως ήταν η θεία Μαίρη, αδελφή της μητέρας της γυναίκας μου, και ο θείος Δημήτρης, ο σύζυγος της θείας Μαίρης. Αυτοί ήταν οι ένοικοι του πάνω ορόφου του σπιτιού της οδού Λορέντζου Μαβίλη.
Ένα άλλο πρόσωπο που γνώρισα επίσης πολύ γρήγορα ήταν η γιαγιά Στέλλα, η μητέρα της πεθεράς μου και της θείας Μαίρης. Σ' αυτήν ανήκε το κάτω διαμέρισμα στο σπίτι του Αλίμου. Εκεί κατοικούσε από παλιά με τον παππού Αντώνη, τον άντρα της, τον οποίον εγώ δεν γνώρισα, επειδή είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν γνωρίσω την εγγονή του.
Τα δυο παιδιά των ενοίκων του πάνω διαμερίσματος, Ηλία και Αντώνη, τα πρωτοσυνάντησα πολύ αργότερα, επειδή ζούσαν - και ζουν - μόνιμα στη Βιέννη.
Από τον πρώτο καιρό το σπίτι του Αλίμου έγινε για μένα ένας ιδιαίτερα ευχάριστος προορισμός. Η θεία Μαίρη ήταν ένα πρόσωπο που ξεχώριζε για την καλλιέργεια, τη φυσική ευγένεια και την καλοσύνη του. Πάντα στις επισκέψεις που ανταλλάσσαμε και στις απρογραμμάτιστες συναντήσεις των οικογενειών, πότε στην κατοικία της μιας και πότε της άλλης, υπήρχε η προοπτική για μια ευχάριστη ανθρώπινη επαφή και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, ακόμη και για τα κοινότυπα και αναμενόμενα ζητήματα της ζωής και της καθημερινότητας.
Ο θείος Δημήτρης ήταν κι αυτός ένα αρκετά ενδιαφέρον πρόσωπο, κυρίως χάρις στην καλή γνώση και άπταιστη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Κοντά του χαιρόμουν να ακούω ελληνικό προφορικό λόγο. Η θεματολογία των συζητήσεών μας σχετιζόταν σχεδόν πάντα με την πολιτική επικαιρότητα, τα σημαντικά ή ασήμαντα κοινωνικά ζητήματα, τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας – πάντα σε αντιδιαστολή προς τον άψογο δημόσιο βίο της Αυστρίας – και ό,τι άλλο έφερνε η περίσταση.
Πολιτικά και ιδιοσυγκρασιακά βρισκόμασταν σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, όμως πάντα στις επαφές μας πρυτάνευαν η μετριοπάθεια, ο αλληλοσεβασμός, η καλή πίστη και η ειλικρινής ευγένεια. Έτσι, είχαμε κάθε φορά τη δυνατότητα να συνομιλούμε άνετα και φιλικά, στη βάση της καλόπιστης ανταλλαγής απόψεων.
Παρόμοια πράγματα μπορώ να πω για τη θεία Μαίρη. Εκείνη δεν είχε τόση εμμονή περί τα πολιτικά, χωρίς να είναι και άσχετη ή αδιάφορη. Ισχύουν και για τη δική της περίπτωση όσα περιγράφω παραπάνω για διαφορές πολιτικών τοποθετήσεων και συγκατάβαση στο πλαίσιο της διεξαγωγής των συζητήσεων. Ωστόσο εκείνη μιλούσε περισσότερο για θέματα πολιτισμού και κουλτούρας, για τις προσωπικές και κοινωνικές δραστηριότητές της, για τα παιδιά της και την εγγονή της, τη Μαρί, στη Βιέννη και για την οικογένεια της κας Χατζή, πρώην συναδέλφου και παντοτινής στενής φίλης του ζευγαριού επί μακρά σειρά ετών.
Πάντα ήμουν θετικός όταν η Έλση μου έλεγε "πάμε μέχρι τη θεία μου;" ή, επιστρέφοντας από κάπου προς το σπίτι και τύχαινε η διαδρομή να βολεύει για μια σύντομη επίσκεψη, μου έλεγε "περνάμε από τη θεία;". Την είχε πιο πάνω κι απ' η μητέρα της, για να λέμε την αλήθεια. Τις εφηβικές και νεανικές ανησυχίες της με τη θεία Μαίρη τις μοιραζόταν. Από εκείνη έπαιρνε πάντα την αίσθηση, ότι οι εκμυστηρεύσεις και τα ερωτηματικά της θα έβρισκαν αναμφίβολα ευήκοον ους και ότι οι πληροφορίες που χρειαζόταν να αποκτήσει θα ήταν πάντα διαθέσιμες και αξιόπιστες. Γι' αυτό οι δεσμοί μεταξύ θείας και ανιψιάς παρέμεναν θερμοί και ισχυροί, ακόμη και μετά την ριζική αλλαγή στις συνθήκες ζωής της δεύτερης.
Στα παλιότερα χρόνια, όταν ακόμη λειτουργούσε το αεροδρόμιο του Ελληνικού, σταματούσαμε σ' ένα ορισμένο σημείο, σε μια κάθετη της Λορέντζου Μαβίλη, με θαυμάσια θέα προς τους αεροδιαδρόμους, και παρακολουθούσαμε για λίγα λεπτά τις προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροπλάνων. Ήταν τότε και ο μεγάλος μας γιος πολύ μικρός ακόμα και αυτή η στάση για "κατασκόπευση" του αεροδρομίου είχε καθιερωθεί και για ικανοποίηση της δικής του επιθυμίας.
Στο σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη, και συγκεκριμένα στο επάνω διαμέρισμα, υπάρχει ένα μεγάλο, μακρόστενο δωμάτιο, που είναι η σαλοτραπεζαρία του διαμερίσματος. Επιπλωμένο με την αισθητική μιας μεσοαστικής, εύπορης οικογένειας της δεκαετίας του '60 και με μια μεγάλη βιβλιοθήκη στο βάθος του δωματίου, στη μια από τις δυο μικρότερες πλευρές, απέναντι από την κυρία είσοδο. Στην βιβλιοθήκη αυτή δέσποζε – και εξακολουθεί να παραμένει ξεχασμένη εκεί, σε ένα από τα ψηλότερα ράφια – η πλήρης σειρά του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του "Ηλίου". Πραγματικός θησαυρός για ένα σπίτι της παλιάς εποχής. Ο συγκεκριμένος, που πάντα τραβούσε το βλέμμα μου προκαλώντας μου δέος, προφανώς αποτελούσε απόκτημα του πατέρα του θείου Δημήτρη, που ήταν δικηγόρος.
Στο δωμάτιο αυτό έχουν λάβει χώρα αξέχαστες οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, κυρίως με την ευκαιρία της ονομαστικής εορτής του οικοδεσπότη. Η ονομαστική εορτή της οικοδέσποινας συνέπιπτε πάντα με τις καλοκαιρινές διακοπές και αποτελούσε αφορμή για ευχάριστες βραδιές με οικογενειακούς φίλους από τη γειτονιά της εξοχικής κατοικίας, στην Ακράτα. Συνήθως ήταν παρόν και κάποιο από τα δυο παιδιά με την οικογένειά του, συνδυάζοντας τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα με τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου και τη φυσική παρουσία όλων τους στο πλευρό της εορτάζουσας μαμάς Μαίρης.
Η σαλοτραπεζαρία του σπιτιού της Λορέντζου Μαβίλη έχει ακούσει γέλια, αφηγήσεις, συζητήσεις πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, περιγραφές συνταγών μαγειρικής και επαινετικά σχόλια για τα εξαίσια φαγητά της θείας. Έχει ακούσει τσουγκρίσματα ποτηριών, το κελάρυσμα του κρασιού που χύνεται στα ποτήρια, ευχές, χαιρετούρες και χαρούμενα καληνυχτίσματα. Τα ίδια και τα ίδια για πάνω από δυο δεκαετίες, όσον αφορά την δική μου επαφή με τον χώρο και τη σχέση μου με τους ενοίκους  του. Τουλάχιστον μια φορά κάθε χρονιά, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, αλλά συχνά δίνονταν και άλλες αφορμές για παρόμοια κοινωνικά γεγονότα.
Στις ανεπίσημες επισκέψεις, που πραγματοποιούσαμε η Έλση κι εγώ "για να δούμε τη θεία Μαίρη", καθόμασταν όλοι μαζί στην κουζίνα, αν ήταν χειμώνας, και στη μπροστινή βεράντα, με θέα προς τον Σαρωνικό, αν ήταν καλοκαίρι. Στην κουζίνα πάντα μύριζε το φαγητό της ημέρας και ήταν διάχυτη μια θετική αύρα φιλοξενίας και φιλαλληλίας και πάντα υπήρχαν βουτηματάκια για τον καφέ ή σοκολατάκια από τη Βιέννη. Στη βεράντα απολαμβάναμε το αεράκι του Σαρωνικού μαζί με παγωτά ή πορτοκαλάδες.
Πέρασαν έτσι αυτά τα, περισσότερα από είκοσι, χρόνια. Ο μικρός μας γιός, που κάποτε χάζευε τ' αεροπλάνα, και φώναζε το ηλικιωμένο ζευγάρι "Χία Μέη! Χίο Τζιτζίτη!" μεγάλωσε και αποστασιοποιήθηκε. Το ηλικιωμένο ζευγάρι ογδοντάρισε, ενώ στο μεταξύ καινούργια εγγόνια είχαν μπει στην παρέα – ένα στην Ελλάδα και δύο στην Αυστρία – για να τροφοδοτούν με ένιες και ενδιαφέροντα τους μεγάλους και να γίνονται τα συνήθη θέματα των συζητήσεων. Ώσπου κι αυτά μεγάλωσαν και ανάλογα άλλαξε και η φύση του ενδιαφέροντος γι' αυτά.
Κάποτε η θεία Μαίρη παραπονέθηκε για έντονες ενοχλήσεις και πόνο στο δεξιό πίσω μέρος της γλώσσας. Σύντομα διαγνώστηκε καρκίνος. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Συννέφιασε. Εναλλάσσονταν και αλληλοσυγκρούονταν η ελπίδα για επιστροφή στην προηγούμενη καλοκαιρία και η ανησυχία για μια πιθανή επερχόμενη καταιγίδα. Οι αλλεπάλληλες ιατρικές παρεμβάσεις και γνωμοδοτήσεις ενθάρρυναν πότε την ελπίδα και πότε την ανησυχία. Η χειρουργική επέμβαση έδωσε προβάδισμα στην πρώτη, αλλά όχι για πολύ. Ύστερα από μια περίοδο καθημερινών σχεδόν επισκέψεων για τοποθέτηση αυτοκόλλητων παυσίπονων επιθεμάτων στην πλάτη της ασθενούς, πληροφορηθήκαμε ένα βράδυ τον θάνατό της.
Τα παιδιά της ήρθαν από την Αυστρία για την κηδεία και, μετά τις απαραίτητες διαδικασίες, έφυγαν πάλι. Το σπίτι περιήλθε σε κατάσταση υπερβολικής ησυχίας. Μόνος ένοικος πλέον ο κακότυχος θείος Δημήτρης, που ευτυχώς συνέχισε να δέχεται συχνά τις φροντίδες της Όλγας, της αγαπημένης οικιακής βοηθού της θείας Μαίρης.
Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Για τον θείο Δημήτρη αυτά τα χρόνια πέρασαν δύσκολα, λόγω της απουσίας της συντρόφου του. Το ευτύχημα ήταν, ότι, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, περπατούσε αρκετά σχεδόν κάθε πρωί και πήγαινε για καφέ με έναν, εναπομείναντα, καλό φίλο. Τελευταία αδυνάτιζε όμως περίεργα και άρχισε να παραπονιέται για διάφορες αδιαθεσίες.
Τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθε ο μικρός γιός από την Αυστρία για να διεκπεραιώσει διάφορες οικογενειακές υποθέσεις και να φροντίσει για την εκταφή της μητέρας του. Μέσα σ' όλα αυτά κανόνισε να κάνει ο πατέρας του διάφορες εξετάσεις, για να βρεθεί η αιτία αυτών των ήπιων προβλημάτων της υγείας του. Τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά. Δημιουργήθηκαν υπόνοιες για κακοήθεια στο έντερο. Αποφασίστηκε να ταξιδέψει κι αυτός στην Αυστρία, προκειμένου να συνεχιστεί εκεί η διερεύνηση του προβλήματος και να ακολουθήσει η θεραπευτική αγωγή σε νοσοκομείο της Βιέννης, μια που τα παιδιά δεν είχαν τη δυνατότητα να βρίσκονται εδώ και να μεριμνούν για τις καθημερινές εξελίξεις.
Με ένα τηλεφώνημά τους από 'κει μας παρακάλεσαν να περάσουμε από το σπίτι της οδού Λορέντζου Μαβίλη για να ποτίσουμε τα φυτά και να βρούμε στις ντουλάπες μερικά χειμωνιάτικα ρούχα του θείου, για να τα στείλουμε στη Βιέννη. Πράγματι, πήγαμε εκεί ένα απόγευμα στα μέσα του Σεπτέμβρη. Είχαμε ήδη στην κατοχή μας τα κλειδιά "για κάθε ενδεχόμενο".
Μια πρωτόγνωρη, δυσάρεστη αίσθηση με κατέλαβε καθώς φτάσαμε και ανοίξαμε την αυλόπορτα. Το σπίτι δεν ήταν απλά θεόκλειστο, ήταν νοσηρά έρημο. Διαποτισμένο από την ατμόσφαιρα της εγκατάλειψης. Σαν μια πιθανή και όχι πολύ μακρινή προοπτική ήρθαν στη σκέψη μου κάτι σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες, που δείχνουν ανθρώπινες κατασκευές πνιγμένες από την βλάστηση της ζούγκλας ή ακατοίκητες, ξεχασμένες αγροικίες μέσα σε αγριεμένους, απεριποίητους κήπους.
Ποτίσαμε τα φυτά της μπροστινής και της πίσω αυλής και ύστερα ανεβήκαμε στην ταράτσα, όπου υπάρχουν διάσπαρτες μερικές μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες και μια ξύλινη πέργκολα με λίγα λουλούδια, που έχουν απομείνει ύστερα από τη διακοπή της φροντίδας της οικοδέσποινας. Στη συνέχεια κατεβήκαμε και μπήκαμε στο σπίτι. Το περιβάλλον έδινε την εντύπωση της βιαστικής, ανοργάνωτης αναχώρησης. Προφανώς το πρόβλημα της υγείας του θείου Δημήτρη, με τις έκτακτες επισκέψεις σε γιατρούς και νοσοκομεία τις τελευταίες ημέρες, επέβαλε την υπέρβαση της σχετικής δεοντολογίας.
Η Έλση άνοιξε συρτάρια και ντουλάπες και συγκέντρωσε ένα αρκετά ογκώδες σύνολο από είδη χειμερινού ρουχισμού, που έδειχναν να καλύπτουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις ανάγκες που διαμορφώνει ο χειμώνας της Αυστρίας. Μια ευρύχωρη ταξιδιωτική τσάντα, που βρέθηκε σε μια από τις ντουλάπες, χώρεσε με λίγη προσπάθεια ό,τι είχε συγκεντρωθεί επάνω στο διπλό κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας.
Φυσικά ποτέ στο παρελθόν δεν είχα φανταστεί, ότι κάποτε θα έμπαινα στα άδυτα αυτού του σπιτιού. Τώρα παρατηρούσα με άνεση, αλλά και με σεβασμό και συμπάθεια, τα προσωπικά αντικείμενα των ανθρώπων που έμεναν εκεί, ακόμη και την τουαλέτα της θείας Μαίρης με τα είδη της ατομικής της περιποίησης – καλλυντικά, χτένες και άλλα μικροαντικείμενα – και διάφορα μπιμπελό και κορνίζες με φωτογραφίες. Ήταν ένα βίωμα συγκινητικό.
Φεύγοντας περάσαμε από το διαμέρισμα του ισογείου για να αδειάσουμε το ψυγείο και να διακόψουμε τις παροχές νερού και ηλεκτρικού από τους γενικούς διακόπτες. Ο χώρος αυτός, στον οποίο έμπαινα για πρώτη φορά, έμοιαζε με κονσέρβα περασμένων καιρών. Ήταν ο χώρος που είχε στεγάσει το νοικοκυριό της γιαγιάς Στέλλας και του παππού Αντώνη, σε μια εποχή που από τον μπροστινό κήπο μπορούσες να αγναντεύεις τον Σαρωνικό, τα νησιά του και τα καράβια που τον διέσχιζαν.
Τελειώνοντας κι αυτή τη δουλειά σχολιάσαμε για λίγο τα παλιά, ξυλόγλυπτα έπιπλα και τις φωτογραφίες συγγενικών προσώπων, που κρέμονταν στους τοίχους, και βγήκαμε στον κήπο για να φύγουμε. Έριξα μια τελευταία ματιά ολόγυρα, στα καλοφτιαγμένα παρτέρια με τα ξερόχορτα και τα πεσμένα φύλλα και στο μπαλκόνι του πάνω διαμερίσματος με το μικρό μεταλλικό τραπέζι, όπου τρώγαμε παγωτά και πίναμε πορτοκαλάδες. Τα απεριποίητα παρτέρια του κήπου και το μισοριγμένο στο δάπεδο τραπεζομάντιλο του μεταλλικού τραπεζιού στο μπαλκόνι αποτελούσαν την απαρχή της επερχόμενης φθοράς αυτού του σπιτιού. Κανείς δεν ξέρει, ούτε καν οι κληρονόμοι του στην Αυστρία, ποια θα είναι η τύχη του από 'δω και πέρα.
Στις επόμενες μέρες πήραμε νέα από τα ξαδέρφια στη Βιέννη σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του θείου Δημήτρη. Μπήκε σε δημόσιο νοσοκομείο εκεί και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης τμήματος του εντέρου. Ακολούθησε ένα διάστημα τριών-τεσσάρων ημερών κατά το οποίο παρέμεινε σε μια κατάσταση έντονης διανοητικής σύγχυσης, προφανώς σαν συνέπεια της νάρκωσης. Ύστερα άρχισε να συνέρχεται σιγά-σιγά, αλλά όχι σε ικανοποιητικό βαθμό. Παράλληλα παρέμενε υπαρκτό και σημαντικό το πρόβλημα του καρκίνου του παγκρέατος, που είχε εν τω μεταξύ διαγνωστεί στο νοσοκομείο της Βιέννης.

Σήμερα, 29 Οκτωβρίου 2015, πληροφορηθήκαμε τηλεφωνικά τον θάνατο του θείου Δημήτρη, λίγες μέρες μετά την φετινή ονομαστική εορτή του, την οποία ο ίδιος μάλλον δεν αντελήφθη. Πέθανε από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, την οποία ο εξασθενημένος οργανισμός του δεν άντεξε.


Συνοικιακόν αρτοποιείον "Το Ευωδιαστόν Μπέικερυ"

...και κόφι έχουμε...


Πολύ εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ότι ένας σύγχρονος συνοικιακός φούρνος δεν νοείται πλέον να παράγει μόνο τους συνηθισμένους από δεκαετίες τύπους ψωμιού και τα παραδοσιακά συναφή προϊόντα, όπως κουλουράκια και βουτήματα. Είναι επιβεβλημένο να διαθέτει μια πρόσθετη σειρά απίθανων αρτοσκευασμάτων, αλλά να παράγει και μια ποικιλία ελκυστικών στο μάτι γλυκισμάτων - ανεξαρτήτως ποιότητας και διατροφικής σημασίας - και να σερβίρει όλους τους τύπους καφέ, που η σημερινή, ενημερωμένη ελληνική κοινωνία συνηθίζει να καταναλώνει.
Είναι επίσης σχεδόν επιβεβλημένο να προβλέπεται στον εξωτερικό κυρίως χώρο του φούρνου μια αρκετά ευρύχωρη περιοχή με τραπεζοκαθίσματα, ώστε το μαγαζί να μην αποτελεί προορισμό και πόλο ενδιαφέροντος μόνο για όσους αναζητούν τον άρτον τον επιούσιον, αλλά και για όσους επιθυμούν να επιδοθούν σε μια σύντομη, ευκαιριακή ανάπαυλα, μέσα στο τρέξιμο της μέρας, απολαμβάνοντας "σαν άνθρωποι" το ρόφημά τους, το αναψυκτικό τους ή το έδεσμα της αρεσκίας τους.
Ως εδώ, όλα αυτά τα νεωτεριστικά και διακοσμητικά του βίου ευρήματα είναι αποδεκτά και για πολλούς ακόμη και ευεργετικά. Είναι επίσης κατανοητά από την άποψη των απαιτήσεων της πραγματικής οικονομίας και της ανάγκης για λειτουργική επάρκεια και εμπορική επιτυχία, που βαραίνει μια μικρομεσαία επιχείρηση, και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Εκείνο που πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητό, είναι η αντικατάσταση του καταξιωμένου ελληνικού όρου "Αρτοποιείον" με τον άχαρο αγγλικό όρο "Bakery" και του εμπνευστικού, παραδοσιακού όρου "Καφές" με τον χιλιοφορεμένο διεθνιστικό όρο "Coffee" - επίσης αγγλικό κατά βάση.
Φυσικά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την χρησιμότητα - και την αναγκαιότητα ακόμη - της χρήσης αυτών των όρων σε κάποιες πολυσύχναστες γειτονιές των Κυκλάδων, της Χαλκιδικής και τόσων άλλων τουριστικών περιοχών της χώρας μας. Όμως πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο, όταν συναντάται στις πιο λαϊκές και εντελώς ασύχναστες από ξένους τουρίστες συνοικίες της Αθήνας και των πέριξ αυτής προαστίων;

Σε ποιούς απευθύνεται άραγε ο ημιβαρύγδουπος και τόσο ανοίκιος όρος "Bakery", όταν συνοδεύει επιβλητικός το όνομα ενός ημιασήμαντου συνοικιακού φούρνου στη Δάφνη, στο Παγκράτι, στην Κυψέλη, στο Μπραχάμι, στο Περιστέρι; Πάντως όχι σε κάποιους που αδυνατούν να διαβάσουν και να καταλάβουν την εξωθούμενη στη λησμοσύνη λέξη "Αρτοποιείον".


Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον»



Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές 
την τύχη σου που ενδίδει πια,
τα έργα σου που απέτυχαν,
τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες,
μην ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς,
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο,
πως απατήθηκεν η ακοή σου.
Μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν,
αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

[1911]


Ο Μάρκος Αντώνιος συμμετείχε το 43 π.Χ. στο σχηματισμό της Δεύτερης Τριανδρίας, μαζί με τον Οκταβιανό και το Λέπιδο, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Ένα χρόνο μετά, αφού είχαν νικήσει τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα, μοιράστηκαν τα εδάφη που κατείχε η Ρώμη, δίνοντας στον Αντώνιο τις κτήσεις στην Ανατολή.
Ο Μάρκος Αντώνιος στην Κιλικία (περιοχή της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κύπρο) συνάντησε την Κλεοπάτρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, αντί να την τιμωρήσει για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στους δολοφόνους του Καίσαρα, την έκανε ερωμένη του. Ο Αντώνιος σύντομα ερωτεύτηκε με πάθος την Κλεοπάτρα και άρχισε να αμελεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Ρωμαϊκό κράτος και κυρίως απέναντι στη σύζυγό του την Οκταβία, η οποία ήταν αδερφή του Οκταβιανού.
Ενώ ο Οκταβιανός κατόρθωσε να εξουδετερώσει τον Λέπιδο και να συγκεντρώσει την εξουσία της Ρώμης, ο Αντώνιος σχεδίαζε να δημιουργήσει μια χωριστή αυτοκρατορία την οποία θα διοικούσε μαζί με την Κλεοπάτρα. Ο Οκταβιανός όμως αγανακτισμένος με τη στάση του Αντώνιου απέναντι στην αδερφή του και αναγνωρίζοντας τις επεκτατικές βλέψεις του εις βάρος του Ρωμαϊκού κράτους, έστρεψε τη Σύγκλητο εναντίον του, τον καθαίρεσε και κήρυξε πόλεμο κατά της Αιγύπτου. Ο πόλεμος αυτός, που ουσιαστικά ήταν ένας εμφύλιος ανάμεσα στον Οκταβιανό και τον Αντώνιο, κρίθηκε με τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ. όπου οι δυνάμεις της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου κατατροπώθηκαν.
Λίγους μήνες μετά ο Οκταβιανός κινήθηκε κατά της Αλεξάνδρειας (30 π.Χ.), και θέλοντας να χτυπήσει την πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα, συγκέντρωσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις γύρω από την πόλη. Το τέλος του Αντώνιου ήταν πια δεδομένο.
Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, την παραμονή της μεγάλης επίθεσης του Οκταβιανού, ξαφνικά τη νύχτα ακούστηκαν ήχοι μελωδικών οργάνων και μεγάλη φασαρία από κόσμο που χόρευε με βακχικούς αλαλαγμούς. Ήταν σα να κινούνταν ένας θορυβώδης θίασος προς την έξοδο της πόλης και ο θόρυβος σταμάτησε μόλις πέρασε τις πύλες, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αίσθηση στους κατοίκους που θεώρησαν ότι ήταν ένα σημάδι ότι ο προστάτης θεός του Αντώνιου, ο Διόνυσος, τον εγκατέλειπε.

Το «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφέρεται στη μεγάλη αξία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια. Ο Καβάφης παρουσιάζει τον Αντώνιο τη στιγμή που ακούει τον αόρατο θίασο να απομακρύνεται από την πόλη και συνειδητοποιεί ότι ο προστάτης θεός του τον εγκαταλείπει. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι η ήττα του είναι δεδομένη και ότι όλα όσα απέκτησε στη ζωή του και όλα όσα σχεδίαζε για το μέλλον του, φτάνουν στο τέλος τους, έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αντώνιος θα πρέπει να σεβαστεί τον εαυτό του και να μη φανεί λιπόψυχος. Αν ο Αντώνιος αρχίσει να παρακαλάει για τη ζωή του και αρχίσει να κλαίει, όπως θα έκανε ένας δειλός άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι πέρα από τις κτήσεις του και τα αξιώματά του, θα έχανε και κάτι πολύ πιο σημαντικό, θα έχανε την αξιοπρέπειά του.
Ο Αντώνιος υπήρξε ένας γενναίος στρατιωτικός και είχε κατορθώσει να κατακτήσει πολλά εδάφη, γεγονός που υποδεικνύει ότι θα πρέπει με παρόμοια γενναίο τρόπο να αντιμετωπίσει τώρα και την απώλεια όλων των αποκτημάτων του.
Το ποίημα του Καβάφη, βέβαια, παρόλο που αναφέρεται στον Αντώνιο, στην πραγματικότητα έχει μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή και απευθύνεται ουσιαστικά σε κάθε άνθρωπο. Ο Αντώνιος, δηλαδή, συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχοντας αγωνιστεί στη ζωή του για να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του, έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών. Τότε είναι που, σύμφωνα με τον ποιητή, θα πρέπει να δείξει όλη του την ψυχική δύναμη, αντιμετωπίζοντας την απώλεια με αξιοπρέπεια και χωρίς κλάματα και παρακάλια. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, αγωνίζεται για όσα επιθυμεί, αλλά είναι πάντοτε έτοιμος να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να χάσει όσα έχει αποκτήσει.
Ο ποιητής καθοδηγεί τον Αντώνιο για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις κρίσιμες στιγμές του τέλους. Μόλις ακουστεί ο αόρατος θίασος να περνά, μόλις δηλαδή γίνει αντιληπτό ότι πλησιάζει το τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θρηνήσει για όσα χάνει, μιας και κάτι τέτοιο είναι μάταιο. Όσο κι αν ένας άνθρωπος θρηνεί μπροστά στο αναπόφευκτο του χαμού και της απώλειας, τίποτε δεν αλλάζει, γι’ αυτό το λόγο ο ποιητής μας προτρέπει να αποφύγουμε ένα ανώφελο συναισθηματικό ξέσπασμα.
Σαν να είσαι έτοιμος από καιρό, σαν να είσαι θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει, προτρέπει ο ποιητής, δίνοντας το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος να δει να καταστρέφονται όλα εκείνα για τα οποία πάλεψε μια ζωή και κανείς δεν έχει το κουράγιο να μείνει ψύχραιμος μπροστά σε μια τόσο απόλυτη απώλεια. Γι’ αυτό μας λέει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συμφορά σαν να είμαστε έτοιμοι, σαν να έχουμε το κουράγιο που χρειάζεται. Έστω κι αν μέσα μας νιώθουμε την ένταση του πόνου, θα πρέπει να μην λυγίσουμε μπροστά στην καταστροφή, θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Με απόλυτη συναισθηματική συγκράτηση θα πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την καταστροφή και το κυριότερο δε θα πρέπει την ώρα που βλέπει το τέλος να πλησιάζει να αρνείται την πραγματικότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο: Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν / ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙ Όπως ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει το τέλος ακούγοντας τη συντροφιά του Θεού να εγκαταλείπει την πόλη, έτσι και για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν πάντοτε ενδείξεις ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Αυτές τις ενδείξεις δε θα πρέπει οι άνθρωποι να τις αγνοούν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλα είναι εντάξει και πως τίποτε κακό δε θα συμβεί. Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τα σημάδια που τους προειδοποιούν ότι πλησιάζει η στιγμή της απώλειας.
…σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, / πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο: Ο Αντώνιος, αλλά και κάθε άνθρωπος, που έχει πετύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του, θα πρέπει όταν έρθει το τέλος να σεβαστεί την προσωπική του αξία και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένας στρατιωτικός που είχε την τιμή να κατέχει μια τόσο σημαντική πολιτεία όπως είναι η Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί παρά κι ο ίδιος να είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος και ως σημαντικός άνθρωπος θα πρέπει να δεχτεί το χάσιμο της αγαπημένης πολιτείας. Για έναν στρατιωτικό όπως ήταν ο Αντώνιος θα ήταν ξεπεσμός να κλαίει και να θρηνεί σκεπτόμενος ότι έρχεται η στιγμή της ήττας του.
Στην πραγματικότητα ο Αντώνιος όταν κατάλαβε ότι το όνειρο της Ανατολής φτάνει στο τέλος του, αντί να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη, φρόντισε να γλεντήσει όσο περισσότερο μπορούσε μαζί με την Κλεοπάτρα και στο τέλος αυτοκτόνησε.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι όπως ο Αντώνιος στο ποίημα συμβολίζει όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια, έτσι και η Αλεξάνδρεια λειτουργεί ως σύμβολο όλων εκείνων των πολύτιμων αποκτημάτων για τα οποία κάποιος έχει παλέψει μια ολόκληρη ζωή. Ο Αντώνιος δε χάνει μόνο την Αλεξάνδρεια, χάνει την Κλεοπάτρα, τα παιδιά που είχαν αποκτήσει μαζί, τις υπόλοιπες κτήσεις του στην Ανατολή και φυσικά την πολυτελή ζωή στην οποία είχε πλέον συνηθίσει. Ο ποιητής δεν μπορούσε βέβαια να αναφερθεί σε όλα αυτά, γι’ αυτό και τα συμπεριέλαβε όλα στο όνομα της Αλεξάνδρειας, καθιστώντας την πόλη του διαχρονικό σύμβολο των σημαντικότερων και πολυτιμότερων αποκτημάτων.

Τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της δομής του ποιήματος είναι οι επαναλήψεις και οι προτρεπτικές προστακτικές. Τι πετυχαίνει με τα εκφραστικά αυτά μέσα ο ποιητής;

Το ποίημα αυτό ανήκει στα διδακτικά ποιήματα του Καβάφη, με τα οποία ο ποιητής επιχειρεί να περάσει στον αναγνώστη ουσιώδη μηνύματα για τη ζωή, αλλά και για τον τρόπο που οφείλουν οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν κάποιες καταστάσεις. Εδώ, ο Καβάφης με τις προτρεπτικές προστακτικές δίνει εντονότερα την παραινετική αυτή αίσθηση του ποιήματος, μιας και ο ουσιαστικός του σκοπός είναι να συμβουλεύσει, όχι βέβαια τον Αντώνιο, αλλά τον αναγνώστη, που ενδεχομένως μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την απώλεια και την αποτυχία. Ο ποιητής, επομένως, με τις πολλαπλές προστακτικές προσπαθεί να καθοδηγήσει τον άνθρωπο που θα έρθει αντιμέτωπος με μια τόσο σημαντική απώλεια για το πώς θα πρέπει να φερθεί.
Ο Καβάφης εν γένει δε χρησιμοποιεί συχνά τις επαναλήψεις στην ποίησή του, αλλά όταν το κάνει αποσκοπεί στο να περάσει με ιδιαίτερη έμφαση το μήνυμα των στίχων ή των λέξεων που επαναλαμβάνει. Για παράδειγμα ο στίχος: «Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος», επαναλαμβάνεται καθώς φέρει το κεντρικό νόημα του ποιήματος. Η στάση που οφείλει να κρατήσει ο Αντώνιος μπροστά στην απώλεια της Αλεξάνδρειας είναι μια αξιοπρεπής ψυχραιμία, που θα δείξει στους άλλους ανθρώπους ότι αφ’ ενός ήταν προετοιμασμένος από καιρό για μια πιθανή αποτυχία κι αφ’ ετέρου ότι διαθέτει αρκετό θάρρος για να αντέξει την συνολική απώλεια όλων εκείνων των αποκτημάτων για τα οποία αγωνίστηκε μια ολόκληρη ζωή.

Να εξετάσετε τι θέση κατέχουν στο ποίημα οι στίχοι 7 και 8 και να τους συσχετίσετε με τους προηγούμενους και με τους επόμενους.

Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.

Οι στίχοι αυτοί περιέχουν το κεντρικό μήνυμα του ποιήματος, υπό την έννοια ότι η βασική μέριμνα του ποιητή είναι να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής στάση του ατόμου απέναντι σε μια ενδεχόμενη απώλεια. Όταν κάποιος αντιληφθεί ότι πλησιάζει η στιγμή που θα χάσει όλα όσα έχει πετύχει στη ζωή του, όπως αυτό συμβαίνει στον Αντώνιο, τότε θα πρέπει να φανεί ψύχραιμος σαν να ήταν πάντοτε προετοιμασμένος για μια ενδεχόμενη αποτυχία.
Οι στίχοι που προηγούνται του κεντρικού αυτού μηνύματος περιγράφουν τη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι ο προστάτης Θεός τον εγκαταλείπει και πως είναι πλέον δεδομένη η πτώση του. Ενώ, οι στίχοι που ακολουθούν είναι οι κατευθυντήριες οδηγίες του ποιητή για το πώς θα πρέπει να αντιδράσει ο Αντώνιος και άρα κάθε άνθρωπος που συνειδητοποιεί ότι έχει έρθει αντιμέτωπος με το τέλος της επιτυχημένης διαδρομής του.

Τι συμβολίζει στο ποίημα η Αλεξάνδρεια και ο Αντώνιος;

Όταν ο ποιητής προτρέπει τον Αντώνιο να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια που χάνει, εννοεί ότι θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι ήρθε η στιγμή που θα χάσει όλα όσα έχει αποκτήσει στη ζωή του με πολλούς αγώνες. Η Αλεξάνδρεια επομένως συμβολίζει όλα τα αγαθά που κάποιος έχει αποκτήσει, αλλά πολύ περισσότερο κάθε τι που αποτελεί το πολυτιμότερο όνειρο ενός ανθρώπου, που για κάποιο διάστημα κατάφερε να το υλοποιήσει και πλέον το χάνει. Η Αλεξάνδρεια γίνεται εδώ το σύμβολο των πιο σημαντικών αποκτημάτων, αλλά και των προσδοκιών που έχει κάποιος για το μέλλον του. Ο Καβάφης καθιστά την Αλεξάνδρεια ένα πολυσήμαντο σύμβολο, γεγονός που ως ένα βαθμό εξηγείται από την ιδιαίτερη αγάπη που είχε ο ποιητής για τη γενέτειρά του και από τη διάθεσή του να τιμήσει την πόλη του.

Ο Αντώνιος από την άλλη συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχει επιτύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του και κάποτε έρχεται αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών των επιτευγμάτων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ουσιαστικά την ιστορία του Αντώνιου για να απευθυνθεί σε όλους τους ανθρώπους, καθώς για όλους τους ανθρώπους είναι πιθανό κάποια στιγμή να βρεθούν αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια. Όπως, λοιπόν, προτρέπει τον Αντώνιο να σταθεί στο ύψος του και να αντιμετωπίσει την κατάσταση με αξιοπρέπεια, το ίδιο ακριβώς ζητάει ο ποιητής κι από τους αναγνώστες του.



Κωνσταντίνος Μάντης




Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ



                                 Να προσέξεις
                                 σε ποιά πόδια εμπρός
                                 θ' αποθέσεις το αίσθημά σου.
                                 Τα πόδια του κακού θα το κλωτσήσουν.
                                 Του εγωιστή
                                 θα το κάνουν κλοτσοσκούφι.
                                 Του ανώριμου,
                                 του ανόητου και του ανεύθυνου
                                 θα στραφούν αλλού
                                 και θ' απομακρυνθούν.
                                 Και μόνο τα πόδια του σοφού
                                 εμπρός του θα λυγίσουν
                                 σε μια γονυκλισία
                                 σεβασμού και αναγνώρισης.

                                                                      Ιούνιος 2002




Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Το πρώτο φιλί



Ήταν Άνοιξη του 1970, δεκαέξι του Μάη και η μέρα ήταν ζεστή. Ήμουν σε εκδρομή με το φροντιστήριο των Αγγλικών. Δεν είχα δική μου παρέα γιατί φοιτούσα σε τμήμα που είχε φτιαχτεί ειδικά για μένα κι έτσι ήμουν σ' αυτό εντελώς μόνος. Κάπου-κάπου ερχόταν κι ένας άλλος σπουδαστής της ίδιας τάξης, όποτε τον βόλευαν οι ώρες.
Αυτή η μοναχικότητα, εκτός από τη γενικότερη ωφέλεια που είχε για μένα στην εκμάθησης της γλώσσας, μου βγήκε σε καλό και στην περίπτωση εκείνης της εκδρομής. Όταν δήλωσα συμμετοχή, ο καθηγητής μου, σχολιάζοντας το ενδεχόμενο να μην περάσω καλά μη έχοντας φίλους μαζί μου, μου υποσχέθηκε πως θα μου όριζε θέση ανάμεσα σε τρία κορίτσια από άλλη τάξη, τρεις φίλες, που κι αυτές δεν θα είχαν άλλη παρέα έξω απ' την τριάδα τους.
Έτσι και έγινε. Όταν επιβιβάστηκα στο πούλμαν κι εκάθησα στη θέση μου, βρέθηκα ανάμεσα σε τρία κορίτσια, δεκαπέντε ετών περίπου, σαν τα κρύα νερά. Ήσαν κι εκείνα πληροφορημένα για μένα και με περίμεναν. Το ένα απ' αυτά καθόταν στ' αριστερά μου, δίπλα στο παράθυρο και τα άλλα δύο στο μπροστινό κάθισμα. Ήσαν ευχάριστες, ομιλητικές και καλοφτιαγμένες. Από την οπτική γωνία των δεκαέξι μου χρόνων τις εύρισκα αρκετά σοβαρές, ευτυχώς, γιατί αλλιώς δεν θα τις άντεχα.
Ωστόσο από τις τρεις ξεχώριζε μία, εκείνη που καθόταν διαγώνια μπροστά μου, στο παράθυρο του μπροστινού καθίσματος. Την έλεγαν Ελένη. Οι άλλες δύο ήσαν πιο απλές γενικά, στη συμπεριφορά και στο ύφος. Η Ελένη είχε από φυσικού της εκείνο το κάτι που προκαλεί και αναστατώνει. Δεν προσποιόταν ούτε το επεδίωκε να είναι έτσι. Αυτός ήταν ο τύπος της. Ήταν ο τύπος που σέρνει καράβι και άνετα μάλιστα.
Το κορίτσι που καθόταν δίπλα μου ήταν κι αυτό αρκετά ελκυστικό κι ενδιαφέρον και από τις πρώτες στιγμές αναπτύχθηκε ανάμεσά μας ένα πολύ καλό κλίμα κι αρχίσαμε να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Όμως εγώ είχα τη μισή προσοχή μου στην Ελένη. Με το μισό μου μυαλό παρακολουθούσα τις κινήσεις της και τις εκφράσεις της, καθώς συνομιλούσε με τη διπλανή της.
Όταν μου δινόταν η ευκαιρία, την παρατηρούσα και την περιεργαζόμουν καλύτερα. Την απολάμβανα. Ήταν πολύ όμορφη, με μια ζεστή, μεσογειακή ομορφιά. Είχε ξανθά μαλλιά, μακριά και ίσια, δεμένα πίσω σε αλογοουρά. Είχε γαλάζια μάτια με έξυπνο και εκφραστικό βλέμμα και μια επιδερμίδα ανοιχτόχρωμη, βελούδινη κι αιθέρια. Κι ακόμα είχε δυό υπέροχα χείλη, κόκκινα και σαρκώδη, που κινούνταν ερεθιστικά καθώς μιλούσε.
Κάποτε, στη διάρκεια της διαδρομής προς τον προορισμό μας, που δεν θυμάμαι ποιός ήταν, έπεσε η ιδέα από κάποιον να παίξουμε την «Πυθία», το γνωστό παιχνίδι που συνηθιζόταν στα πάρτυ εκείνης της εποχής, δίνοντας μια ιδιότυπη και σχετικά νομιμοποιημένη διέξοδο στον καταπιεσμένο εφηβικό ερωτισμό. Κάποιος απ' τους συμμετέχοντες πήρε το ρόλο της Πυθίας, έδεσε τα μάτια του μ' ένα μαντήλι κι άρχισε να δέχεται το στερεότυπο ερώτημα «Τι  να κάνει ο κύριος στην κυρία;» ή «Τι  να κάνει η κυρία στον κύριο;», στο οποίο έπρεπε να δίνει μια κατά το δυνατόν έξυπνη, πρωτότυπη αλλά και τολμηρή απάντηση, χωρίς να γνωρίζει ποιά πρόσωπα αφορούσε.
Στην εξέλιξη της διαδικασίας έφτασε και η στιγμή, μοναδική και ανεπανάληπτη, που ο κύριος ήμουν εγώ και η κυρία ήταν η Ελένη. Ήταν η κατ' εξοχήν στιγμή της πιθανής αμοιβής για τη συμμετοχή μου στο παιχνίδι. Η έξαψη κορυφώθηκε, για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα την αγωνία της αναμονής, την ανησυχία για το ποιά θα ήταν η εντολή της Πυθίας. Αυτή η ευκαιρία που μου δινόταν για μια άμεση επαφή μ' αυτό το πολυπόθητο πλάσμα θα μπορούσε να έχει μια θαυμάσια αξιοποίηση αλλά θα μπορούσε επίσης να καταλήξει και σε πλήρη απογοήτευση. Κρεμόμουν κυριολεκτικά από τα χείλη της Πυθίας.
 Στη συγκεκριμένη περίπτωση το τυπικό ερώτημα είχε τεθεί με την «ανδροκρατική» του διατύπωση: «Τι  να κάνει ο κύριος στην κυρία;». Θυμάμαι πως ήμουν αποφασισμένος και έτοιμος, εγώ τουλάχιστον από την πλευρά μου, να κάνω χρήση αυτής της ευκαιρίας όχι βιαστικά και αδέξια αλλά με τον πιο αποδοτικό και απολαυστικό τρόπο, στον βαθμό βέβαια που θα με ευνοούσε και η εντολή που θα έπαιρνα. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε να είναι «Να της χαϊδέψει το στήθος». Ήμουν έτοιμος να το πράξω με τη μεγαλύτερη σχολαστικότητα, με αργές και καλά οργανωμένες κινήσεις, με επαγγελματική ευσυνειδησία και συνέπεια απέναντι στην εντολή που θα είχα πάρει.
Θα μπορούσε ωστόσο και να προέκυπτε μια εντελώς άχαρη και απογοητευτική εντολή του τύπου «Να της τραβήξει τα μαλλιά» ή «Να της ξύσει την πλάτη». Όμως ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Όταν πέρασαν τα δύσκολα εκείνα δευτερόλεπτα η απάντηση που ήρθε ήταν «Να τη φιλήσει στο στόμα».
Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή η Ελένη κι εγώ και γείραμε ελαφρά πλησιάζοντας ο ένας τον άλλο. Βρισκόμασταν ακόμα στις θέσεις μας αλλά βέβαια όχι καθιστοί. Εκείνη ήταν γονατισμένη με το δεξί πόδι στο κάθισμά της και με το δεξί χέρι ακουμπούσε στην πλάτη του, έχοντας μέτωπο προς τον διάδρομο, όπου συνωστίζονταν πολλοί απ' αυτούς που συμμετείχαν στο παιχνίδι και, πιο απόμερα, μερικοί που παρακολουθούσαν αμέτοχοι. Εγώ στεκόμουν όρθιος με το δεξί μου πόδι στο διάδρομο και το αριστερό στο υπερυψωμένο δάπεδο, ενώ στηριζόμουν για ασφάλεια και σταθερότητα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος.
Δεν διαφαινόταν η παραμικρή αναστολή στο ύφος της Ελένης. Με πλησίασε με άνεση και με το σωστό τρόπο, όχι με βιασύνη αλλά με φανερή τη διάθεση να δώσει και να πάρει και όχι να τελειώσει όπως-όπως μ' αυτή την υποχρέωση. Με το μυαλό μου συγκεντρωμένο ακριβώς εκεί που έπρεπε φίλησα γλυκά αλλά και σθεναρά τα υπέροχα κοριτσίστικα χείλη. Ήσαν βρεγμένα. Όταν πέρασαν αυτές οι λίγες στιγμές, εκτός από την παρατεινόμενη αίσθηση της επαφής είχα κι εκείνη του σάλιου της πάνω στο στόμα μου. Κι ήταν αυτή μια επιπλέον, εξίσου σημαντική αλλά και αναπάντεχη και πιο διαρκής ευχαρίστηση. Μια ευχαρίστηση που παρέμενε και μετά την πράξη της επαφής.
Έγλυψα με λαχτάρα τα χείλη μου για να πάρω μέσα μου αυτό το σάλιο, αυτόν τον λίγο μαγικό χυμό που προερχόταν από εκείνο το στόμα, εκείνο το σώμα, που έσφυζε από λογής-λογής κοριτσίστικους εφηβικούς χυμούς. Ήταν κάτι σαν Κοινωνία. Όχι Θεία βεβαίως όμως Κοινωνία, και μάλιστα θα έλεγα ιερή. Περιεκτική τόσο σε φυσική αξία όσο και σε νόημα κρυφό και περιεχόμενο μυστικό. Η μικρή ποσότητα ασφαλώς δεν είχε καμία σημασία. Σημασία είχε το ότι αντιπροσώπευε το σώμα και το είναι, τον ερωτισμό και τον παλμό εκείνου του κοριτσιού. Είχα μεταλάβει, μ' αυτό το λίγο σάλιο που έμεινε στα χείλη μου, εκείνα ακριβώς τα δικά της στοιχεία. Θα την είχα για πάντα μέσα μου, έχοντας πάρει μέσα μου αυτό που μου άφησε. Το φιλί εκείνο δεν έμελε να μείνει μια στιγμιαία επαφή αλλά να αποβεί η απαρχή μιας νέας μυστικής και υπερβατικής σχέσης.
Το παιχνίδι γύρω μου συνεχιζόταν κανονικά, όμως για μένα ουσιαστικά είχε τελειώσει. Αδιάφορα κι αφηρημένα έμενα στην ίδια θέση και εξωτερικά έδειχνα να συμμετέχω στη δραστηριότητα της παρέας, όμως επρόκειτο πια για κάτι που δεν με αφορούσε. Το προηγούμενο ενδιαφέρον μου είχε ξαφνικά εξαφανιστεί.
Πέρασα πολύ ευχάριστα σ' εκείνη την εκδρομή με την παρέα των τριών κοριτσιών και την συμβολή της ηλιόλουστης μέρας. Η γνωριμία μου ωστόσο με την Ελένη και τις άλλες δυο συντρόφισσές μου δεν είχε συνέχεια μετά το τέλος της εκδρομής. Δεν επεδίωξα καθόλου κάτι τέτοιο εξ αιτίας ενός άλλου αισθήματος, που υπήρχε τότε στη ζωή μου, ενός αμφίβολου και αρρωστημένου δεσμού με μια κοπέλα ένα χρόνο μεγαλύτερή μου, που ποτέ δεν μου ξεκαθάρισε τι σκεφτόταν για μένα και ποτέ δεν μου έδωσε κάτι, πέρα από μετέωρες και απατηλές ελπίδες. Εγώ απλά επέμενα να την έχω τοποθετημένη πολύ ψηλά και να μένω αυστηρά σταθερός στο αίσθημά μου. Αρκέστηκα να κρατήσω από τη μέρα εκείνη την εμπειρία της συναναστροφής με την Ελένη και την αίσθηση των ζεστών και υγρών χειλιών της πάνω στα δικά μου. Την αίσθηση αυτή τη διατήρησα ζωντανή στο μυαλό μου για πολλά χρόνια μετά από τότε, σαν ένα πρότυπο λεπτής ηδονής και σαν ενθύμιο από την πρώτη φορά που φίλησα ένα κορίτσι στο στόμα.

N.T.


Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ταύροι και ταυρομαχίες


Πήρα σήμερα ένα μέηλ από φίλο, σχετικό με τον θεσμό της ταυρομαχίας, στην Ισπανία. Εκεί διάβασα τα παρακάτω απίστευτα πράγματα:

«Ο Ταύρος δεν είναι επιθετικό ζώο. Ο Λόγος που είναι θυμωμένος είναι γιατί μέρες είναι νηστικός και απίστευτα-βάναυσα ταλαιπωρημένος. Στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπουν όλοι όσοι έχουν για θεούς τους και θαυμάζουν τους ταυρομάχους, δεν είναι ένα δυνατό ζώο, αλλά ένα ταλαιπωρημένο, βασανισμένο και εξαντλημένο ψυχικά ζώο. Σε αυτό το υπερήφανο και δυνατό πλάσμα, βάζουν υγρές εφημερίδες στα αυτιά του και τα μάτια του είναι γεμάτα βαζελίνη για να θολώνουν την όρασή του...
»Τα ρουθούνια του είναι γεμάτα βαμβάκι, ώστε να του κόβει την αναπνοή και στα γεννητικά του όργανα έχουν κολλήσει μια βελόνα. Υποσιτίζεται για μέρες ώστε να είναι αδύναμος και είναι φυλακισμένος για μέρες σε ένα σκοτεινό κουτί ώστε να χάσει τον προσανατολισμό του και να του δημιουργηθεί στρες.
»Έτσι όταν βγαίνει στην αρένα από το κουτί αυτό, τρέχει απεγνωσμένα νομίζοντας πως το μαρτύριο του έχει τελειώσει. Αντ’ αυτού το εξαντλημένο και κακοποιημένο ζώο έχει να αντιμετωπίσει τις ιαχές του πλήθους και τους δολοφόνους του, που το εξαντλούν ακόμη περισσότερο με τα χτυπήματά τους.
»Τι ηρωισμός. Τι γενναιότητα. Πώς ο άνθρωπος έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο κτήνος, που δολοφονεί για την απόλαυσή του... Είμαστε μοναδικοί σε αυτό στον πλανήτη μας.»

Ζητώ συγγνώμη για τον αποτροπιασμό που σας προκάλεσα. Όμως δεν μπορώ και να προτιμήσω την εθελοτυφλία, την αποσιώπηση και την υπεκφυγή. Εύχομαι μέσα μου όλα αυτά να είναι μια περιγραφή που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, να είναι μια υπερβολή, μια νοσηρή μυθομανία, μια εκούσια ή ακούσια παραπληροφόρηση.
Όμως πόσες είναι οι πιθανότητες να υπάρχει ένας τέτοιος καπνός χωρίς να υπάρχει φωτιά; Άλλωστε ο ίδιος ο θεσμός των ταυρομαχιών είναι ένας βάρβαρος και βλακώδης θεσμός. Τι μπορεί να περιμένει κανείς απ’ αυτούς που τον ασκούν, όσον αφορά στην τήρηση ορίων και στην εφαρμογή ηθικών κανόνων στην εκτέλεση αυτής της αναμέτρησης μεταξύ ανθρώπου και ζώου;
Δεν μπορώ να παρηγορήσω τον εαυτό μου με την εκδοχή της υπερβολής και της παραπληροφόρησης. Απλά δεν θα συμφωνήσω και με τη διατύπωση «Πώς ο άνθρωπος έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο κτήνος…». Ασφαλώς το είδος άνθρωπος δεν είναι μια ομοιογενής μάζα, που χαρακτηρίζεται εξ ολοκλήρου από τις ιδιότητες του κτήνους. Υπάρχουν και οι εντελώς αντίθετες περιπτώσεις, σε μαζικές κλίμακες. Όμως πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα και προς «τα κάτω», ώστε να μην αγνοούμε τη σύνθεση της μεγάλης εικόνας και να διατηρούμε επίγνωση του είδους και της έκτασης των πληγών που πρέπει να επουλωθούν.

Ν.Τ., 5/4/2014